Είκοσι οκτώ χρόνια μετά την καταστροφή που ξεκίνησε με τον ιό Rage, το νέο κεφάλαιο του franchise βρίσκει μια μετα-αποκαλυπτική Αγγλία βυθισμένη στην ησυχία του τρόμου. Το “28 Years Later” δεν αρκείται στη νοσταλγία ούτε προσπαθεί να αναπαράγει το παρελθόν με μηχανικό τρόπο. Υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Danny Boyle και το σενάριο του Alex Garland, η ταινία επιχειρεί κάτι περισσότερο: να επανασυστήσει το σύμπαν του “28 Days/Weeks Later” με νέα κινηματογραφικά εργαλεία και επίκαιρη θεματολογία.

Η ιστορία ακολουθεί έναν πατέρα (Aaron Taylor-Johnson) και τον γιο του (Alfie Williams) σε μια απέλπιδα αποστολή διάσωσης, από μια απομονωμένη κοινότητα στο νησί Lindisfarne προς την ενδοχώρα, όπου οι αναμνήσεις από το παρελθόν και η αβεβαιότητα για το μέλλον συγκρούονται με την ωμή πραγματικότητα της νέας επιδημιολογικής απειλής. Οι μεταλλαγμένοι φορείς, γνωστοί πλέον ως “Alphas”, προσδίδουν μια ανανεωμένη αγριότητα στη σειρά, η οποία δεν περιορίζεται πια σε κινηματογραφικά jump scares αλλά στοχεύει στην ψυχολογική διάβρωση.
Η σκηνοθεσία του Boyle ξεχωρίζει για την τόλμη της. Η χρήση του iPhone 15 Pro Max ως κύριου μέσου κινηματογράφησης δεν είναι ένα απλό τεχνικό τέχνασμα αλλά μια αισθητική επιλογή που συνειδητά υπηρετεί το όραμα μιας απογυμνωμένης, σχεδόν ντοκιμαντερίστικης προσέγγισης. Ο φακός κινείται με ακατέργαστη ενέργεια μέσα στα χαλάσματα μιας Αγγλίας που μοιάζει περισσότερο φάντασμα του εαυτού της, παρά έδαφος επιβίωσης. Η αναλογία εικόνας 2.76:1 εντείνει το αίσθημα απομόνωσης – πρόσωπα και τοπία χάνονται στις άκρες ενός αφιλόξενου πλαισίου.
Οι ερμηνείες υποστηρίζουν αποτελεσματικά την ατμόσφαιρα. Ο νεαρός Alfie Williams κάνει ένα αξιοσημείωτο ντεμπούτο, αποτυπώνοντας με ειλικρίνεια τη μετατόπιση από την αθωότητα στην επιβίωση. Η Jodie Comer και ο Ralph Fiennes προσθέτουν βάρος στις δραματικές κορυφώσεις, ενώ ο Taylor-Johnson, αν και στιβαρός, περιορίζεται από ένα ρόλο περισσότερο λειτουργικό παρά υπαρξιακό. Ο Cillian Murphy, αν και απών μπροστά από την κάμερα, διατηρεί δημιουργική παρουσία ως παραγωγός και –όπως υπονοείται– ίσως εμφανιστεί στο επόμενο μέρος της τριλογίας, το “The Bone Temple”.
Η ταινία φλερτάρει με κοινωνικά και πολιτικά θέματα – από την πανδημία μέχρι το Brexit – χωρίς όμως να τα αναλύει σε βάθος. Ενσωματώνονται στο σκηνικό, περισσότερο ως μεταφορές παρά ως κύριοι άξονες αφήγησης. Το αποτέλεσμα είναι ένα φιλμ που εντυπωσιάζει οπτικά, εμπνέει συναισθηματικά, αλλά αφήνει θεματικά κενά, τα οποία ελπίζει κανείς πως θα καλυφθούν στα επόμενα κεφάλαια.

Το “28 Years Later” είναι μια ταινία που δεν επιζητεί να ευχαριστήσει το κοινό με ευκολία, αλλά να το κρατήσει σε ένταση – ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα το αποσυντονίσει. Αντιπροσωπεύει έναν σινεμά που ρισκάρει, με οπτική ελευθερία και θεματική φιλοδοξία, ακόμα κι αν δεν επιτυγχάνει πάντα πλήρη συνοχή. Είναι μια ανανέωση του franchise, όχι απλώς μια επιστροφή. Και σε μια εποχή όπου η επανεκκίνηση είναι το νέο στάτους κβο, το “28 Years Later” κατορθώνει να είναι –τουλάχιστον– αυθεντικά ανήσυχο.