Γράφει ο Νίκος Γκάτσιος
Η «Αμβέρσα» του Ρομπέρτο Μπολάνιο, που κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Άγρα σε μετάφραση του Κρίτων Ηλιόπουλου, αποτελεί ένα από τα πιο ιδιόμορφα και τολμηρά κείμενα της πρώιμης περιόδου του Χιλιανού συγγραφέα. Πρόκειται για την πρώτη ολοκληρωμένη λογοτεχνική του δημιουργία, ένα έργο στο οποίο διακρίνονται ήδη αρκετά από τα στοιχεία που θα χαρακτήριζαν αργότερα την ιδιαίτερη γραφή του.
Ο ίδιος ο Μπολάνιο είχε χαρακτηρίσει την «Αμβέρσα» ως «αστυνομικό μυθιστόρημα, αν και μπορεί να μην της φαίνεται». Και πράγματι, η συγκεκριμένη φράση περιγράφει ιδανικά ένα βιβλίο που μοιάζει να βρίσκεται διαρκώς ένα βήμα έξω από τις συμβάσεις της παραδοσιακής αφήγησης.
Η «Αμβέρσα» δεν είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με τη συμβατική έννοια του όρου. Είναι περισσότερο ένα λογοτεχνικό παζλ, όπου οι εικόνες, οι χαρακτήρες, οι χώροι και τα γεγονότα εμφανίζονται μέσα από θραύσματα μιας αφήγησης που αρνείται να ακολουθήσει ευθεία γραμμή.

Μια αφήγηση χωρίς σταθερά όρια
Ο Μπολάνιο επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία του με έναν τρόπο που μπορεί αρχικά να προκαλέσει αμηχανία στον αναγνώστη. Η πλοκή δεν ξεδιπλώνεται με τη γνώριμη σειρά αρχής, μέσης και τέλους, ενώ η πληροφορία δίνεται αποσπασματικά.
Αντί να λειτουργεί ως αδυναμία, όμως, αυτή η αποσπασματικότητα αποτελεί βασικό κομμάτι της αισθητικής του βιβλίου. Ο αναγνώστης καλείται να ενώσει μόνος του τα κομμάτια και να αναζητήσει σχέσεις ανάμεσα σε εικόνες, πρόσωπα και γεγονότα που αρχικά μοιάζουν ασύνδετα.
Έτσι, το μυστήριο δεν προκύπτει μόνο από την υπόθεση. Βρίσκεται στην ίδια τη μορφή της αφήγησης.
Η «Αμβέρσα» δημιουργεί συνεχώς την αίσθηση ότι κάτι κρύβεται πίσω από τις λέξεις. Κάθε εικόνα μπορεί να αποτελεί στοιχείο μιας μεγαλύτερης ιστορίας, ενώ κάθε πρόσωπο μοιάζει να κουβαλά μια δική του, μισοειπωμένη εκδοχή της πραγματικότητας.
Η ντανταϊστική πλευρά του Μπολάνιο
Ένα από τα χαρακτηριστικά που κάνουν το βιβλίο τόσο ξεχωριστό είναι η σχεδόν ντανταϊστική διάρθρωση της αφήγησης. Ο Μπολάνιο δεν ενδιαφέρεται να δημιουργήσει μια απόλυτα τακτοποιημένη λογοτεχνική κατασκευή. Αντίθετα, αφήνει χώρο στο τυχαίο, στον συνειρμό και στην αμφισημία.
Οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη και οι σκηνές μοιάζουν πολλές φορές σαν αποσπάσματα από ένα όνειρο ή από μια ταινία που ο θεατής παρακολουθεί χωρίς να γνωρίζει εξαρχής πώς συνδέονται μεταξύ τους.
Αυτή η επιλογή δίνει στο έργο μια ιδιαίτερη ενέργεια. Η «Αμβέρσα» δεν ζητά απλώς να διαβαστεί· ζητά να αποκωδικοποιηθεί.
Η κινηματογραφική ματιά στη γραφή του
Παρά την έντονα λογοτεχνική φύση του έργου, η γραφή του Μπολάνιο διαθέτει μια αξιοσημείωτη οπτικότητα.
Ο συγγραφέας έχει την ικανότητα να μετατρέπει μια περιγραφή σε εικόνα. Οι χώροι αποκτούν συγκεκριμένη ατμόσφαιρα, οι χαρακτήρες εμφανίζονται σχεδόν σαν κινηματογραφικά πλάνα και οι σκηνές αποκτούν έναν ρυθμό που θυμίζει μοντάζ.
Δεν πρόκειται απλώς για περιγραφική γραφή. Ο Μπολάνιο χρησιμοποιεί τις λέξεις σαν κάμερα. Μετακινεί την οπτική γωνία, αλλάζει απότομα το πλάνο και αφήνει τον αναγνώστη να συμπληρώσει τα κενά.
Αυτός ο συνδυασμός λογοτεχνικής πρόζας και κινηματογραφικής αφήγησης είναι ένα από τα στοιχεία που κάνουν τη γραφή του τόσο αναγνωρίσιμη.
Η σκιά του Μπόρχες
Στο συγγραφικό σύμπαν του Μπολάνιο υπάρχει, φυσικά, και η μεγάλη σκιά του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Η σχέση του με τη λογοτεχνική παράδοση του Αργεντινού συγγραφέα είναι εμφανής κυρίως στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την πραγματικότητα ως έναν χώρο όπου η αλήθεια, η μυθοπλασία και η αναζήτηση μπορούν να συνυπάρχουν.
Ωστόσο, ο Μπολάνιο δεν περιορίζεται στην αναπαραγωγή αυτών των επιρροών. Αντίθετα, τις μετασχηματίζει και δημιουργεί έναν κόσμο περισσότερο σκοτεινό, περιπλανώμενο και βαθιά προσωπικό.
Στην «Αμβέρσα» αυτή η συγγραφική ταυτότητα βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση, όμως τα σημάδια είναι ήδη εμφανή.
Ένα πρώιμο έργο με τη σφραγίδα του Μπολάνιο
Η αξία της «Αμβέρσας» δεν βρίσκεται μόνο στην ιδιόμορφη ιστορία της. Βρίσκεται και στο γεγονός ότι μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε έναν συγγραφέα στα πρώτα βήματα μιας πορείας που θα τον οδηγούσε στην κορυφή της σύγχρονης ισπανόφωνης λογοτεχνίας.
Εδώ υπάρχουν ήδη η εμμονή με το μυστήριο, η περιπλάνηση, οι αμφίσημοι χαρακτήρες, η αναζήτηση μιας αλήθειας που συνεχώς απομακρύνεται και η επιθυμία να δοκιμαστούν τα όρια της ίδιας της λογοτεχνικής φόρμας.
Γι’ αυτό και η «Αμβέρσα» μπορεί να διαβαστεί όχι μόνο ως ένα αυτόνομο λογοτεχνικό έργο, αλλά και ως ένα πρώιμο εργαστήριο της γραφής του Ρομπέρτο Μπολάνιο.
Ένα βιβλίο που απαιτεί ενεργό αναγνώστη
Η «Αμβέρσα» δεν είναι ένα βιβλίο που προσφέρεται για παθητική ανάγνωση. Η αποσπασματική δομή, οι απότομες μεταβάσεις και η αμφισημία απαιτούν από τον αναγνώστη να παραμείνει διαρκώς σε εγρήγορση.
Και ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται η γοητεία της.
Ο Μπολάνιο δεν προσφέρει όλες τις απαντήσεις ούτε ενδιαφέρεται να τακτοποιήσει κάθε εκκρεμότητα. Αντίθετα, δημιουργεί έναν χώρο στον οποίο η αβεβαιότητα αποτελεί μέρος της ίδιας της λογοτεχνικής εμπειρίας.
Η «Αμβέρσα» είναι ένα βιβλίο που βρίσκεται στα όρια του αστυνομικού μυθιστορήματος, της πειραματικής πρόζας και της ποιητικής αφήγησης. Ένα έργο παράξενο, κινηματογραφικό και αποσπασματικό, που αποκαλύπτει ήδη από νωρίς τη συγγραφική ιδιοσυγκρασία ενός δημιουργού ο οποίος θα κατάφερνε να κάνει το μυστήριο, την περιπλάνηση και την αβεβαιότητα βασικά συστατικά της λογοτεχνίας του.
Η ελληνική έκδοση από τις Εκδόσεις Άγρα, σε μετάφραση του Κρίτων Ηλιόπουλου, αποτελεί έτσι μια ενδιαφέρουσα αφορμή για να επιστρέψει κανείς στις απαρχές του μπολανικού σύμπαντος και να γνωρίσει ένα έργο όπου η λογοτεχνία μοιάζει να λειτουργεί ταυτόχρονα ως αφήγηση, εικόνα και αίνιγμα.