Γράφει ο Νίκος Γκάτσιος
Υπάρχουν άλμπουμ που απλώς επιστρέφουν έναν καλλιτέχνη στη δισκογραφία και υπάρχουν εκείνα που τον ξανασυστήνουν σε μια ολόκληρη γενιά. Το Trash του Alice Cooper ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Κυκλοφόρησε στις 25 Ιουλίου 1989 και αποτέλεσε μία από τις πιο εντυπωσιακές επιστροφές στην καριέρα του Αμερικανού rock performer. Σε μια εποχή που το hard rock και το glam metal κυριαρχούσαν στα charts, ο Alice Cooper κατάφερε να προσαρμοστεί στη νέα εποχή χωρίς να εγκαταλείψει το σκοτεινό, θεατρικό και προκλητικό DNA που είχε χτίσει από τη δεκαετία του ’70.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα άλμπουμ γεμάτο δυνατές κιθάρες, τεράστιες μελωδίες, εντυπωσιακά guest appearances και, πάνω απ’ όλα, το τραγούδι που θα γινόταν ένα από τα μεγαλύτερα hits ολόκληρης της καριέρας του:
«Poison».
Το Trash δεν ήταν απλώς ένα ακόμη άλμπουμ του Alice Cooper.
Ήταν η μεγάλη του επιστροφή.
Ο Alice Cooper πριν από το Trash
Για να καταλάβουμε τη σημασία του Trash, πρέπει να επιστρέψουμε λίγα χρόνια πίσω.
Ο Alice Cooper είχε ήδη γράψει τη δική του ιστορία στο rock. Από το Love It to Death και το Killer μέχρι τα School’s Out και Billion Dollar Babies, είχε μετατρέψει το shock rock σε πραγματικό θέαμα.
Θέατρο, μακιγιάζ, μαύρο χιούμορ, τρόμος, γκιλοτίνες, φίδια και μια σκηνική παρουσία που περισσότερο θύμιζε ταινία τρόμου παρά παραδοσιακή rock συναυλία.
Όμως η δεκαετία του ’80 ήταν δύσκολη για τον Cooper.
Παρότι συνέχισε να κυκλοφορεί μουσική και να πραγματοποιεί εμφανίσεις, η εμπορική του απήχηση δεν βρισκόταν πλέον στο επίπεδο της δεκαετίας του ’70.
Και τότε ήρθε το Trash.
Η συνάντηση με τον Desmond Child
Ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα πίσω από το Trash ήταν ο Desmond Child.
Ο Child είχε ήδη αποκτήσει τεράστια φήμη ως songwriter και παραγωγός, έχοντας συνεργαστεί με μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του hard rock.
Η συνεργασία του με τον Alice Cooper αποδείχθηκε καθοριστική.
Ο στόχος ήταν ξεκάθαρος: να δημιουργηθεί ένα άλμπουμ που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στις μεγάλες παραγωγές της εποχής, χωρίς όμως να χαθεί η προσωπικότητα του Cooper.
Και η συνταγή λειτούργησε.
Οι κιθάρες έγιναν πιο γυαλισμένες, τα ρεφρέν μεγαλύτερα και η παραγωγή πολύ πιο σύγχρονη.
Ταυτόχρονα, όμως, παρέμεινε η θεατρικότητα και το σκοτεινό χιούμορ που χαρακτήριζαν τον Alice Cooper.

«Poison»: Το τραγούδι που άλλαξε τα πάντα
Αν υπάρχει ένα τραγούδι που συνδέεται απόλυτα με το Trash, αυτό είναι φυσικά το «Poison».
Από τις πρώτες νότες γίνεται ξεκάθαρο ότι ο Cooper έχει βρει έναν ήχο απόλυτα προσαρμοσμένο στην εποχή.
Το riff είναι άμεσο, το ρεφρέν τεράστιο και η ερμηνεία του Cooper γεμάτη ένταση.
Το τραγούδι μιλά για μια επικίνδυνη ερωτική έλξη, για εκείνο το είδος σχέσης που γνωρίζεις ότι θα σε καταστρέψει αλλά εξακολουθείς να την επιθυμείς.
Και ακριβώς αυτή η αντίφαση ταιριάζει απόλυτα στον Alice Cooper.
Το «Poison» έγινε τεράστια επιτυχία και έφτασε μέχρι το Top 10 του Billboard Hot 100, δίνοντας στον Cooper μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της σόλο καριέρας του.
Ξαφνικά, ο άνθρωπος που είχε περάσει χρόνια τρομοκρατώντας το rock κοινό με μακάβριες παραστάσεις βρισκόταν ξανά παντού.
Στο ραδιόφωνο.
Στην τηλεόραση.
Στα charts.
Και φυσικά στη σκηνή.

Ένα all-star άλμπουμ
Το Trash δεν είναι μόνο Alice Cooper και Desmond Child.
Είναι ουσιαστικά ένα μικρό all-star meeting του hard rock.
Στο άλμπουμ συμμετέχουν μουσικοί και καλλιτέχνες που εκείνη την εποχή βρίσκονταν στην κορυφή.
Ανάμεσά τους συναντάμε τον Joe Perry των Aerosmith, τον Steven Tyler, τον Joan Jett, τον Steve Lukather, τον Keith Scott, τον Wally Stocker και άλλους σημαντικούς μουσικούς.
Η παρουσία τους δεν λειτουργεί απλώς ως διαφημιστικό κόλπο.
Οι διαφορετικές κιθαριστικές και φωνητικές προσωπικότητες προσθέτουν ποικιλία σε έναν δίσκο που από τη φύση του είναι σχεδιασμένος να ακούγεται μεγάλο.
«Bed of Nails»: Ο Cooper στα καλύτερά του
Το «Bed of Nails» είναι ένα από τα τραγούδια που δείχνουν ότι το Trash δεν βασίζεται αποκλειστικά στην επιτυχία του «Poison».
Εδώ ο Alice Cooper επιστρέφει σε μια πιο σκοτεινή θεματολογία, χρησιμοποιώντας την εικόνα ενός «κρεβατιού από καρφιά» ως μεταφορά για μια καταστροφική σχέση.
Η μουσική είναι δυναμική, το riff ιδιαίτερα χαρακτηριστικό και η ερμηνεία του Cooper θυμίζει γιατί υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους performers στην ιστορία του rock.
«House of Fire»
Το «House of Fire» είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικό δείγμα της πιο εμπορικής πλευράς του άλμπουμ.
Το τραγούδι γράφτηκε από τους Alice Cooper, Joan Jett και Desmond Child, ένας συνδυασμός που από μόνος του δημιουργεί υψηλές προσδοκίες.
Η σύνθεση είναι απλή αλλά αποτελεσματική.
Μεγάλο ρεφρέν, δυνατή κιθάρα και μια ερμηνεία σχεδιασμένη για να λειτουργεί εξίσου καλά σε ραδιόφωνο και συναυλιακή σκηνή.
«Only My Heart Talkin’»
Στο «Only My Heart Talkin’» εμφανίζεται μια πιο συναισθηματική πλευρά του άλμπουμ.
Στο τραγούδι συμμετέχει φωνητικά ο Steven Tyler, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο ντουέτο με τον Cooper.
Η επιλογή αυτή έχει ενδιαφέρον, γιατί δύο από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές του αμερικανικού rock συναντώνται σε ένα τραγούδι που απομακρύνεται από την επιθετικότητα των υπόλοιπων στιγμών του δίσκου.
«Why Trust You»
Το «Why Trust You» επιστρέφει στον πιο επιθετικό ήχο.
Εδώ ο Cooper ακούγεται πιο σαρκαστικός, πιο άμεσος και πιο κοντά στον χαρακτήρα που είχε χτίσει όλα αυτά τα χρόνια.
Η παραγωγή είναι καθαρά ’80s, όμως το τραγούδι έχει αρκετή ενέργεια ώστε να μην ακούγεται σαν προϊόν της εποχής του.
Και αυτό είναι ένα από τα δυνατά σημεία του Trash.
«Only My Heart Talkin’» και «I’m Your Gun»
Το άλμπουμ συνεχίζει να κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές διαθέσεις.
Από τις πιο μελωδικές στιγμές μέχρι τα επιθετικά rock κομμάτια, ο Cooper δεν εγκλωβίζεται σε μία μόνο φόρμουλα.
Το «I’m Your Gun», για παράδειγμα, επιστρέφει στο πιο σκοτεινό και θεατρικό ύφος, αποδεικνύοντας ότι πίσω από τη γυαλισμένη παραγωγή υπάρχει ακόμη ο ίδιος άνθρωπος που είχε κάνει το shock rock τέχνη.
«Trash»: Το τραγούδι που δίνει το όνομά του στο άλμπουμ
Το ομώνυμο «Trash» είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της φιλοσοφίας ολόκληρου του δίσκου.
Ο τίτλος είναι προκλητικός, παιχνιδιάρικος και αυτοσαρκαστικός.
Ο Cooper γνωρίζει πολύ καλά τι είναι.
Ένας rock star που έχει χτίσει καριέρα πάνω στην υπερβολή.
Και αντί να προσπαθήσει να απομακρυνθεί από αυτήν, την αγκαλιάζει.
Το Trash είναι υπερβολικό.
Είναι γυαλισμένο.
Είναι θεατρικό.
Είναι εμπορικό.
Και ακριβώς γι’ αυτό λειτουργεί.
Ο Alice Cooper ξαναμπαίνει στα charts
Η επιτυχία του Trash ήταν εντυπωσιακή.
Το άλμπουμ ανέβηκε στο Top 20 του Billboard 200 στις Ηνωμένες Πολιτείες και έγινε ένα από τα πιο εμπορικά επιτυχημένα άλμπουμ της καριέρας του Cooper.
Παράλληλα, η επιτυχία του «Poison» έφερε πίσω το όνομα Alice Cooper σε ένα κοινό που μπορεί να μην είχε γνωρίσει τις μεγάλες στιγμές της δεκαετίας του ’70.
Και αυτό ήταν ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα του δίσκου.
Ο Cooper δεν προσπάθησε να γίνει νέος καλλιτέχνης.
Έγινε ξανά επίκαιρος ως Alice Cooper.
Το Trash και η εποχή του glam metal
Το 1989 το hard rock βρισκόταν σε μια από τις πιο εμπορικές περιόδους της ιστορίας του.
Οι Bon Jovi, οι Mötley Crüe, οι Poison, οι Guns N’ Roses και δεκάδες ακόμη συγκροτήματα είχαν μετατρέψει το hard rock σε παγκόσμια βιομηχανία.
Ο Alice Cooper μπορούσε εύκολα να θεωρηθεί καλλιτέχνης μιας άλλης εποχής.
Αντί γι’ αυτό, κατάφερε να μπει ξανά στο παιχνίδι.
Το Trash δεν ακολούθησε απλώς τις τάσεις.
Τις χρησιμοποίησε.
Ο Cooper πήρε τον ήχο της εποχής, τον συνδύασε με το προσωπικό του στυλ και δημιούργησε κάτι που μπορούσε να ακουστεί στο ραδιόφωνο χωρίς να μοιάζει με έναν ακόμη νεαρό glam metal τραγουδιστή.
Ο παλιός Alice μέσα στον νέο ήχο
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του Trash.
Παρά την τεράστια παραγωγή, τις συμμετοχές διάσημων μουσικών και τα εμπορικά ρεφρέν, ο Alice Cooper δεν εξαφανίζεται πίσω από τον ήχο.
Η φωνή του παραμένει χαρακτηριστική.
Το μαύρο χιούμορ παραμένει.
Η θεατρικότητα παραμένει.
Η εμμονή με τον έρωτα, τον κίνδυνο, την καταστροφή και την υπερβολή παραμένει.
Απλώς όλα αυτά παρουσιάζονται μέσα από ένα 1989 hard rock φίλτρο.
Το εξώφυλλο και η αισθητική
Ακόμη και η εικόνα του άλμπουμ ακολουθεί αυτή τη λογική.
Ο Alice Cooper εμφανίζεται με το χαρακτηριστικό μακιγιάζ και το βλέμμα που έχει γίνει συνώνυμο του ονόματός του.
Δεν υπάρχει προσπάθεια να κρυφτεί η ηλικία ή η ιστορία του.
Αντίθετα, το Trash παρουσιάζει τον Cooper ως έναν βετεράνο που επιστρέφει για να δείξει στους νεότερους πώς γίνεται.
Και το κατάφερε.
Γιατί το Trash παραμένει σημαντικό
Το Trash μπορεί να μην είναι το πιο πρωτοποριακό άλμπουμ του Alice Cooper.
Δεν είναι το Billion Dollar Babies.
Δεν είναι το Welcome to My Nightmare.
Όμως έχει μια διαφορετική ιστορική σημασία.
Είναι το άλμπουμ που απέδειξε ότι ένας καλλιτέχνης της δεκαετίας του ’70 μπορούσε, σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα, να επιστρέψει στην κορυφή χωρίς να εγκαταλείψει την ταυτότητά του.
Και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο.
Η κληρονομιά του Trash
Περισσότερες από τρεις δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του, το Trash παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά άλμπουμ της ύστερης περιόδου του Alice Cooper.
Είναι ένας δίσκος που κουβαλά πάνω του όλη την υπερβολή των ’80s, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία του hard rock.
Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι η απόδειξη ότι ο Alice Cooper κατάλαβε κάτι που λίγοι καλλιτέχνες καταφέρνουν να κατανοήσουν:
Δεν χρειάζεται να αλλάξεις ποιος είσαι για να αλλάξεις εποχή.
Χρειάζεται να ξέρεις πώς να μεταφέρεις αυτό που είσαι στο καινούργιο περιβάλλον.
Το Trash το έκανε με τον δικό του τρόπο.
Με τεράστιες κιθάρες, θεατρικότητα, σκοτεινό χιούμορ, all-star συνεργασίες και ένα τραγούδι που έγινε παγκόσμιο hit.
«I wanna love you, but I better not touch…»
Και κάπως έτσι, ο Alice Cooper επέστρεψε.
Όχι ως νοσταλγία.
Αλλά ως πρωταγωνιστής.