You are currently viewing Συνέντευξη με τον Συγγραφέα Γιάννη Κατσιαούνη στο cinemusic.gr

Συνέντευξη με τον Συγγραφέα Γιάννη Κατσιαούνη στο cinemusic.gr

Κοινοποίησε

Κάθε φορά που ανοίγεις ένα βιβλίο φαντασίας, ξέρεις ότι πας κάπου αλλού. Όχι απαραίτητα καλύτερα – σίγουρα αλλού. Με τον Γιάννη Κατσιαούνη, αυτό το “αλλού” έχει όνομα: Νούβεθερ. Ο κόσμος του είναι γεμάτος μυστικά, μάγους, αντιήρωες, πολιτισμούς και χαρακτήρες που παλεύουν με κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό τους. Ο ίδιος, όμως, μιλάει απλά.

Γιάννη, καλωσόρισες στο cinemusic.gr!
Χαίρομαι πολύ που τα λέμε, γιατί πέρα από τη συγγραφική σου πορεία –που πλέον έχει γερά πατήματα στον χώρο του φανταστικού– ξέρω πως πίσω από τα ξόρκια, τους μισθοφόρους και τις πολιτισμικές συγκρούσεις του Νούβεθερ, κρύβεται ένας άνθρωπος με πάθος για την αφήγηση, τη λέξη και την αλήθεια της φαντασίας.

 

1. Πώς ξεκίνησε για σένα όλο αυτό; Πότε ένιωσες για πρώτη φορά ότι “αυτό είναι, θέλω να γράφω ιστορίες”;(Ήσουν παιδί που διάβαζε κάτω από τα σκεπάσματα ή ήρθε αργότερα το μικρόβιο;)

Η αλήθεια έιναι, ότι ξεκίνησα από πολύ μικρός, να διαβάζω βιβλία και κάθε είδους αναγνώσματα. Από παιδικά παραμύθια και κόμικς μέχρι ν’ανακαλύψω αργότερα την κλασσική βρετανική και ρωσική λογοτεχνία, αλλά και βιβλία για την πολιτική, τη γεωγραφία και την ιστορία. Πολύ μυθολογία ανάμεσα σ’αυτά (ελληνική, σκανδιναβική, κελτική κλπ.), όπως και ιστορικά μυθιστορήματα, ένα είδος, που μου άρεσε πάρα πολύ. Και φυσικά η λογοτεχνία του
φανταστικού μπήκε κι εκείνη κάποια στιγμή στην ζωή μου. Δεν χωράνε καν σε μια βιβλιοθήκη όσα είχα διαβάσει τότε και το μεγαλύτερο μέρος τους, το έχω πλέον σε μια αποθήκη σε ντέξιον! Χαχαχα. Από όταν ήμουν μαθητής στο Δημοτικό ακόμα, κάθε φορά θυμάμαι, που τέλειωνα την ανάγνωση ενός βιβλίου, μού’μπαινε η ιδέα, να γράψω κι εγώ κάτι παρόμοιο. Κυρίως τα βιβλία του Σερ Ουόλτερ Σκοτ, του Κ.Δ. Κυριαζή και του Κ.Σ. Λιούις, μου δημιουργούσαν αυτήν τη λαχτάρα. Συνήθως αυτό κατέληγε, στο να γράψω μια – δυο σελίδες και στη συνέχεια να το αφήσω στην άκρη, επειδή είχα ξεκίνησει να διαβάζω κάποιο καινούργιο βιβλίο, που με συνάρπαζε. Η συγγραφή πρώτα απ’όλα χρειάζεται πειθαρχία. Κι ύστερα όλα τ’άλλα. Δυστυχώς όμως, αυτή είναι μια αρετή, που τότε δεν με χαρακτήριζε και ιδιαίτερα. Ειρήσθω εν παρόδω, στα εφηβικά μου χρόνια, αγαπημένος μου συγγραφέας έγινε πλέον ο Μίλαν Κούντερα. Παράδοξο ίσως, μιας και ανήκει σε ένα λογοτεχνικό είδος ολότελα διαφορετικό απ’αυτό, που μου άρεσε ήδη περισσότερο και διάλεξα αργότερα κι εγώ να υπηρετήσω. Εν πάση περιπτώσει, μ’αυτά και μ’αυτά, γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα, να φτιάξω κι εγώ μια ιστορία, που θα την διαβάσουν και άλλοι. Αν και χρειάστηκε να περάσουν πόλλά χρόνια και πολλές στροφές στην ζωή μου, για να υλοποιήσω αυτό το όνειρο. Ο σπόρος όμως, είχε ήδη φυτευτεί.

2.Μετά από τόσες διακρίσεις σε τόσο διαφορετικές φόρμες (ποίημα, διήγημα, νουβελέτα), νιώθεις ότι σε ελκύει κάτι περισσότερο από τα υπόλοιπα ή αλλάζει ανάλογα με τη στιγμή; «Ο Δρόμος των Σπαθιών» πήρε το πρώτο βραβείο ποίησης φανταστικού στα Larry Niven. Πώς γεννήθηκε αυτό το ποίημα;

Θα έλεγα, ότι πρώτα και κύρια με γοητεύουν οι μεγάλες αφηγήσεις. Και ως αναγνώστη φυσικά, αλλά και ως συγγραφέα. Τόσο μεγάλες, που ίσως να χρειάζονται και τρία βιβλία, για να ολοκληρωθούν, όπως συνέβη με την τριλογία «Στις Κοιλάδες του Φεγγαριού». Πραγματικά ένα έργο ζωής για εμένα. Όμως, απ’την άλλη είμαι κι ένα άνθρωπος, που βαριέται εύκολα και θέλει να δοκιμάζει καινούργια πράγματα. Με κουράζει, να γράφω συνέχεια με τον ίδιο
τρόπο. Όσο κι αν μ’αρέσει ένα μυθιστόρημα, με το οποίο ασχολούμαι. Αναζητώ πάντοτε το διαφορετικό. Και νοιώθω καμμιά φορά, ότι χρειάζομαι κι ένα διάλειμμα απ’τις μεγάλες αφηγήσεις. Επίσης ο κόσμος του Νούβεθερ είναι τόσο απέραντος και πολυδιάστατος, που δεν μπορεί έτσι κι αλλοιώς, να χωρέσει όλος σε ένα βιβλίο. Στην τριλογία μου, παρουσιάζεται ένα πολύ μικρό μέρος μονάχα αυτού του κόσμου στην πραγματικότητα. Μια νουβέλα ή ένα διήγημα, μου δίνουν την ευκαιρία, να παρουσιάσω στο κοινό και διαφορετικές πτυχές αυτού του κόσμου. Να δείξω το πλήρες εύρος και την ποικιλομορφία του. Και τα βραβεία Larry Niven, μου έδωσαν αυτήν τη δυνατότητα. Κάτι για το οποίο είμαι ευγνώμων στις Εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές, οι οποίες κάθε χρόνο τα διοργανώνουν. «Ο Δρόμος των Σπαθιών», θα σου φανεί ίσως λίγο αστείο, αλλά ήρθε κάπως τυχαία και χωρίς να το σκεφτώ πολύ. Είχα ολοκληρώσει ήδη το διήγημα «Ο γάμος της Πριγκήπισσας Ραένα» και τη νουβελέτα «Φωτιά και Σκοτάδι», με τα οποία θα διαγωνιζόμουν στις αντίστοιχες κατηγορίες και σκέφτηκα, «γιατί να μην γράψω κι ένα επικό ποίημα;» Στην πραγματικότητα και πάλι αφηγήθηκα μια ιστορία, κομβική μάλιστα για την ιστορία του κόσμου μου συνολικά, αλλά με έμμετρο τρόπο. Πρόκειται για την ιστορία ενός ορφανού κοριτσιού, της Μπάιλα, που μέσα από διάφορες δοκιμασίες, ανακάλυψε τελικά, ότι ήταν στην πραγματικότητα η εκλεκτή απόγονος της θεάς Άσνταρντ στο Νούβεθερ και αναδείχθηκε στην πρώτη Μάγισσα – Βασίλισσα, με το όνομα Αουρέλια Β΄. Χρειάστηκε πολύ δουλειά γι’αυτό. Περισσότερη ίσως κι από’να μυθιστόρημα. Μιας και ήθελα να είναι γραμμένο το ποίημα σε δεκαπεντασύλλαβο, ως φόρο τιμής στην ομηρική παράδοση της επικής ποίησης. Σκέφτηκα, πως θά’ταν ταιριαστό ένα επικό ποίημα, νά’ναι γραμμένο με τον ίδιο τρόπο. Κι ας αναφερόταν σ’έναν άλλο κόσμο και μια εντελώς διαφορετική μυθοπλασία. Η πρώτη στροφή του «Δρόμου των Σπαθιών», αποτελεί μια έμμεση αναφορά επίσης στον τρόπο, πού’χε διαλέξει ο Όμηρος, να ξεκινήσει την «Οδύσσεια». Τα υπόλοιπα ήρθαν από μόνα τους, δίχως καν να το περιμένω ή να τό’χω σχεδιάσει.

3 Το Νούβεθερ… το κουβαλάς μέσα σου χρόνια ή ξεπήδησε ξαφνικά από κάποια φράση, εικόνα, μουσική;
(Και πώς νιώθεις τώρα που το έχεις δει ολοκληρωμένο σε τριλογία;)

Οι πρώτες μου προσπάθειες, για να δημιουργήσω τον κόσμο του Νούβεθερ, πάνε κάπου δεκαπέντε χρόνια πριν. Ίσως και παραπάνω. Η αρχική μου σκέψη, ήταν να δημιουργήσω το πλαίσιο για ένα παιχνίδι ρόλων. Τα παιχνίδια ρόλων, είτε ως κλασσικά pen and paper είτε ως videogames, αποτέλεσαν σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό την βάση της κοσμοπλασίας μου. Είχε πάρα πολλές διαφορές φυσικάμο τότε Νούβεθερ, μ’αυτό που κατέληξε σήμερα, να γίνει. Όπως
συμβαίνει έτσι κι αλλοιώς, με πολλά πράγματα στην τέχνη. Στη συνέχεια γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα, να γίνει ο κόσμος αυτός ο καμβάς και για ένα μυθιστόρημα. Κι έτσι ξεκίνησα να γράφω τις «Κοιλάδες του Φεγγαριού», που αρχικά δεν είχα καν στο μυαλό μου, πως θα έφταναν να γίνουν τρία βιβλία αντί για ένα. Παράλληλα με τη συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος, εξέλισσα και αναπροσάρμοζα και τον κόσμο του Νούβεθερ. Μια διαδικασία για την οποία χρειάστηκα μια δωδεκαετία περίπου. Γι’αυτό, όπως ανέφερα και προτύτερα, είναι για εμένα ένα έργο ζωής.μ Νοιώθω υπέροχα, που με αξίωσε ο Θεός, να δω αυτό το έργο ολοκληρωμένο και να το συζητάω και με άλλους, όπως κάνουμε εμείς τώρα, να ακούω τις απόψεις των αναγνωστών γι’αυτό κλπ. Ευχαριστώ ιδιαίτερως τις Εκδόσεις Anubis, που πίστεψαν σ’εμένα και μού’δωσαν την ευκαιρία, να έχω αυτήν την ξεχωριστή ευλογία. Όταν πρωτοείδα την προώθηση του βιβλίου μου απ’τον εκδοτικό οίκο στο facebook, να εμφανίζεται πριν το «Εγώ, το Ρομπότ» του Ασίμωφ, που βγάζουν οι ίδιες εκδόσεις επίσης, λίγο έλειψε να την ψωνίσω για τα καλά! Χαχαχα. Προσγειώθηκα αμέσως όμως. Δεν είμαι Ασίμωφ, ούτε Τόλκιν. Και δεν θα γίνω και ποτέ πιθανότατα. Διασκέδασα αφάνταστα όμως και όσο κράτησε η διαδικασία της δημιουργίας. Κι όπως έχω πει πολλές φορές, αυτή είναι η κύρια αίσθηση, που θέλω να περάσει και στον αναγνώστη. Όποιος διαβάσει τα βιβλία μου, πρώτ’απ’όλα θέλω να περάσει καλά. Όλα τα υπόλοιπα είναι δευτερεύοντα για εμένα.

4. Οι χαρακτήρες σου – μισοξωτικά, μάγοι, πολεμιστές – συχνά ψάχνουν τον εαυτό τους. Είναι συμπτωματικό ή έχεις βάλει μέσα τους και δικά σου κομμάτια;
(Νιώθεις πιο κοντά σε κάποιον από όλους;)

Δεν θα ήμουν εντελώς ειλικρινής, αν έλεγα, πως δεν υπάρχει ένα κομμάτι κι από εμένα σε κάθε χαρακτήρα, που έχω φτιάξει ή φτιάχνω τώρα. Όπως όμως, υπάρχουν και κομμάτια από πολλούς ανθρώπους, που έχω γνωρίσει στον πραγματικό κόσμο ή και λογοτεχνικούς χαρακτήρες, που υπάρχουν σε έργα άλλων συγγραφέων. Δεν μπορεί σε αυτό, η απάντηση να είναι μονοσήμαντη επομένως. Κάθετί, που βλέπω ή διαβάζω, μπορεί για εμένα, να αποτελέσει πηγή έμπνευσης. Ακόμα κι ένα πολιτικό γεγονός. Τα πάντα. Η λογοτεχνία του φανταστικού εξάλλου, έχει τη δυνατότητα να συμπεριλάβει πραγματικά το οτιδήποτε. Το πιο σημαντικό είναι αυτό, που ανέφερες και στην ερώτηση. Το ταξίδι των χαρακτήρων μέσα στις σελίδες των βιβλίων μου, δεν είναι απλά ένα ταξίδι στο χώρο και τον χρόνο. Αλλά και μέσα στον ίδιο τους τον εαυτό. Ανεξάρτητα από το πώς ξεκίνησαν, θέλω στο τέλος να έχουν γίνει διαφορετικοί. Να μην έχουν μείνει στάσιμοι. Να έχουν εξελιχθεί μέσα από την πλοκή. Κι ο αναγνωστής να στέκει μάρτυρας αυτής της εξέλιξης. Αυτό ήθελα εξαρχής να χαρακτηρίζει κυρίως τη γραφή μου. Κι ελπίζω να το πέτυχα σε αρκετά μεγάλο βαθμό. Σε όλους μου τους χαρακτήρες νοιώθω μ’έναν τρόπο κοντά, αλλά κι απόμακρος ταυτόχρονα. Κάποιες φορές συμπάσχω μαζί τους, ή βλέπω τον εαυτό μου στην θέση τους. Προσπαθώ όμως, στο τέλος
να τους βλέπω αποστασιοποιημένα, σχεδόν σα νά μαι ένας δημοσιογράφος, που προσπαθεί να κάνει ένα αντικειμενικό ρεπορτάζ. Ο αγαπημένος μου χαρακτήρας, δεν θα το κρύψω, είναι η βάρβαρη Τάργια Βέτουρχοντ. Ελπίζω, να έχω αποδώσει σωστά αυτή την άγρια και πρωτόγονη πλευρά της θηλυκότητας, που αποπνέει. Κάτι, που στον πραγματικό κόσμο έχει από αιώνες χαθεί. Τον Άριαν Κόρανεθ, ούτε αυτό θα το κρύψω, όταν ξεκίνησα να γράφω τις «Κοιλάδες», τον έβλεπα λίγο και ως ένα alter ego μου. Ποιος δεν θα ταυτιζόταν εξάλλου μ’έναν επικό χαρακτήρα αυτού του επιπέδου; Σταδιακά όμως, απομακρυνθήκαμε. Και ορθά έγινε αυτό. Καθώς είναι ένας χαρακτήρας εντελώς διαφορετικός από εμένα, έτσι όπως εξελίσσεται. Κι ίσως στο τέλος όχι και τόσο επικός, όσο αρχικά δείχνει. Τουλάχιστον όχι με την κλασσική έννοια του όρου. Αυτός, τον οποίο πραγματικά συμπονώ είναι ο Πέρσιβαλ Χάμντεν. Ο αδέκαστος ιεροεξεταστής στο «Φωτιά και Σκοτάδι», ο οποίος βιώνει ένα δράμα, το οποίο αφορά πολλούς ανθρώπους νομίζω. Το διχασμό
ανάμεσα στο καθήκον και το συναίσθημα, όπως κι ανάμεσα στην ηθική του σκοπού κι αυτή των μέσων, που χρησιμοποιείς, για να τον πετύχεις.

5. Πολλοί λένε ότι η ποίηση είναι ο πιο ειλικρινής τρόπος να πεις κάτι. Εσύ, τι βρίσκεις εκεί που δεν βρίσκεις στη λογοτεχνία του φανταστικού;
(Ή απλά είναι άλλος ρυθμός, άλλη αναπνοή;)

Κατ’αρχάς να ξεκαθαρίσω, πως δεν θεωρώ τον εαυτό μου ποιητή. Και δεν γίνεσαι κιόλας ποιητής, αν απλά έχεις γράψει τέσσερα – πέντε ποιήματα ή και δέκα ακόμα. Η ποίηση είναι η έμπνευση της στιγμής. Εντελώς όμως. Μπορεί, να δεις μια απλή φωτογραφία στο ίντερνετ κι αμέσως ν’αρχίσουν μες στο μυαλό σου, να σχηματίζονται στίχοι. Το ποιήμα μου «Τέλεψις», δημιουργήθηκε κάπως έτσι. Είπα πριν, ότι για τη λογοτεχνία, οποιουδήποτε είδους, χρειάζεται κυρίως να έχεις τάξη και πειθαρχία, ώστε να την υπηρετήσεις σωστά. Η ποίηση δεν έχει καμμιά σχέση με αυτό. Η ποίηση είναι αναρχία. Κι αυτό είναι, που την καθιστά τόσο γοητευτική, αλλά παράλληλα και δύσκολη. Δεν είναι εύκολο να ζεις χωρίς κανόνες. Όσο όμορφο κι αν ακούγεται θεωρητικά. Ποτέ δεν μπορείς, να προγραμματίσεις πότε θα γράψεις ένα ποίημα. Θα σου έρθει από μόνο του. Ίσως κι εκεί, που δεν το περιμένεις. Κυρίως
εκεί, που δεν το περιμένεις. Έτσι το βλέπω εγώ τουλάχιστον.

6. Αν μπορούσες να δεις το έργο σου να ζωντανεύει με κάποιον τρόπο – όχι απαραίτητα ταινία – τι θα διάλεγες;
(Παιχνίδι; Σειρά animation; Ή μήπως μια θεατρική παράσταση σε παλιά αποθήκη;)

Εννοείται, ότι όλοι οι συγγραφείς είμαστε αρκετά ψωνάρες – με την καλή και την κακή έννοια του όρου – για να φαντασιωνόμαστε, πως τα βιβλία μας γίνονται ταινίες ή σήριαλ στο Netflix. Έγω έχω φτιάξει ήδη και το cast στο μυαλό μου. Αν και το θεωρώ αδύνατο, να βρεθεί παραγωγός, για να πληρώσει τόσους αστέρες σε μια ταινία! Χαχαχα. Από εκεί κι ύστερα, επειδή είμαι κι εγώ παιδί των rpg και των videogames, θα το εύρισκα πολύ ενδιαφέρον, να αποδιδόταν έτσι κάποιο βιβλίο μου. Και ταιριάζει κιόλας σε αυτό το είδος λογοτεχνίας. Ένα graphic novel θα ήταν επίσης πολύ καλή ιδέα.

7. Τι μουσική σου ταιριάζει όταν γράφεις; Υπάρχει κάποια μπάντα ή soundtrack που σου ανοίγει τον δρόμο για το Νούβεθερ;

Αυτή είναι η καλύτερη ερώτηση απ’όλες ίσως! Θα μπορούσα, να γράψω ένα βιβλίο ολόκληρο, για να απαντήσω. Αλλά μην φοβάσαι. Δεν θα πλατιάσω τόσο. Να σου αποκαλύψω, πως όταν ξεκίνησα να γράφω τις «Κοιλάδες», άκουγα μουσική παράλληλα. Ειδικά όταν έγραφα σκηνές μάχης. Black Sabbath και Alice Cooper. Μια συνήθεια, την οποία εγκατέλειψα αργότερα. Χωρίς να καταλάβω το γιατί ακριβώς. Απλά έγινε. Τα δικά μου ακούσματα, έτσι κι
αλλιώς κινούνται ανάμεσα στο ροκ και το μέταλ. Κι αυτό έχει μείνει σταθερό κι αναλλοίωτο με τα χρόνια. Μολονότι ίσως πλέον, νά’μαι too old to rock’n’roll. Αλλά απ’την άλλη, είμαι σίγουρα και too young to die. Τα οχτώ στα δέκα τραγούδια, που ακούω, ανήκουν σε αυτά τα είδη επομένως. Αναπόφευκτα θα περάσει αυτό και στον τρόπο, που γράφω. Ή κάποιες φορές, ενδέχεται να ταυτίσω κάποιον απ’τους χαρακτήρες μου, μ’ένα τραγούδι ή μια μπάντα. Πάμε και στη δεύτερη αποκάλυψη τώρα. Η Τάργια Βέτουρχοντ, είναι προφανές σε όποιον ξέρει, ότι χρωστά το όνομά της στην παλιά τραγουδίστρια των Nightwish, Tarja Törrönen. Λατρεμένη μου επίσης και θαρρώ, πως τα τραγούδια της, μ’αυτήν τη μεταλλική επικότητα, που εκπέμπουν, ταιριάζουν γάντι στη «δική μου» Τάργια και τον τρόπο, που δόμησα τον χαρακτήρα της. Γενικά, η αγάπη μου για τη μουσική, αντικατοπτρίζεται και στο γεγονός, ότι οι βάρδοι παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στον κόσμο μου. Δυο πολύ ξεχωριστοί χαρακτήρες της τριλογίας είναι βάρδοι επίσης. Η Εντρίνα Κορέλ και η Νορίστρα Χαράλ. Εντελώς διαφορετικού είδους φυσικά. Πιο glam rock η Εντρίνα, σίγουρα εντελώς gothic η Νορίστρα. Η δεύτερη μάλιστα, προτιμά να τραγουδά χωρίς μουσικά όργανα, μόνο με φωνή. Αυτή δεν είναι απλά μια διαφορά ανάμεσα στους δυο χαρακτήρες. Φανερώνει και μια διαφορετική πολιτισμική προσέγγιση. Ανάμεσα στους μισοξωτικούς της Αουρέλια – όπως η Νορίστρα – κι αυτούς των Κοιλάδων του Φεγγαριού, σαν την Εντρίνα, πού’χουν υιοθετήσει περισσότερα στοιχεία απ’την κουλτούρα και τις αισθητικές αντιλήψεις των ανθρώπων. Μια ανεπαίσθητη ίσως διαφορά, που μπορεί ένας αναγνώστης και να μην την προσέξει. Εγώ όμως, την είχα δουλέψει πολύ στο μυαλό μου. Το πως δηλαδή δυο διαφορετικές – κι εξίσου ικανές αντικειμενικά – τραγουδίστριες, μπορούν να ερμηνεύσουν το ίδιο τραγούδι, με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Τα τραγούδια γενικά και ο τρόπος, που τα έχω εντάξει στην πλοκή της τριλογίας, έχουν τη σημασία τους. Δεν είναι τυχαία τοποθετημένα, στα σημεία των βιβλίων, που έχω επιλέξει. Μ’ένα τραγούδι άλλωστε κλείνω το πρώτο μέρος της τριλογίας (το «Μισθοφόρο) και μ’ένα άλλο τραγούδι ολόκληρη τη σειρά στο επιμύθιο του τρίτου βιβλίου.

8. Αν κάποιος δεν έχει διαβάσει τίποτα δικό σου και σε ρωτήσει “με ποιο να ξεκινήσω;”, τι του απαντάς;
(Και γιατί;)

Να πάει κατευθείαν στις «Κοιλάδες του Φεγγαριού» Πρώτον, επειδή είναι το μόνο έργο μου, που μέχρι στιγμής, έχει εκδοθεί και μπορεί εύκολα να το βρει διαθέσιμο. Θα ήταν αυτό επαρκής λόγος από μόνος του, θαρρώ. Χαχαχα. Πέρα απ’αυτό όμως, ακόμα και όταν καταστούν διαθέσιμα στο πλατύ κοινό και άλλα έργα μου – κάτι, που έχει δρομολογηθεί έτσι κι αλλιως – πάλι από την τριλογία θα συνιστούσα, να ξεκινήσει κάποιος. Κυρίως, επειδή λόγω και του
όγκου της, είχα σε αυτήν την ευχέρεια, να εισάγω τον αναγνώστη καλλίτερα στον κόσμο του Νούβεθερ συνολικά. Θα πάρει δηλαδή πολύ περισσότερη πληροφορία γι’αυτόν τον κόσμο και τη δομή του, η οποία θα τον βοηθήσει να κατανοήσει καλλίτερα και τα επόμενα.

9. Τι φοβάσαι περισσότερο όταν τελειώνεις ένα βιβλίο; Τη σιωπή ή τα σχόλια;
(Ή τίποτα απ’ τα δύο;)

Η σιωπή είναι πιο σκληρή κι απ’τα σκληρότερα λόγια. Πάντα. Και σε όλους τους τομείς της ζωής μας. Αλλά στη λογοτεχνία έτσι κι αλλιώς υπάρχει αντίδοτο και για τα δύο. Τελειώνοντας ένα βιβλίο, ξεκινώ αμέσως το επόμενο. Κι έτσι δεν με απασχολεί τίποτα άλλο.

Σε ευχαριστώ θερμά, Γιάννη, για την κουβέντα.Σε μια εποχή που όλα μοιάζουν υπερ-ρεαλιστικά ή καθόλου ρεαλιστικά, έχει αξία να υπάρχουν δημιουργοί που μας δείχνουν πώς να ταξιδεύουμε αλλού – όχι για να ξεφύγουμε, αλλά για να καταλάβουμε καλύτερα πού είμαστε.
Καλή συνέχεια σε ό,τι ετοιμάζεις. Και ας είναι πάντα… φανταστικό.


Κοινοποίησε