Γράφει ο Νίκος Γκάτσιος
Υπάρχουν ταινίες τρόμου που τρομάζουν το κοινό. Και υπάρχουν ταινίες που μοιάζουν να κουβαλούν κάτι σκοτεινό ακόμη και έξω από την οθόνη.
Το The Exorcist, η ταινία του William Friedkin που έκανε πρεμιέρα το 1973, ανήκει αναμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία. Η ιστορία της μικρής Regan MacNeil, η οποία φαίνεται να καταλαμβάνεται από μια δαιμονική παρουσία, εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο ανατριχιαστικά κινηματογραφικά έργα όλων των εποχών.
Πίσω όμως από τις σκηνές που συγκλόνισαν το κοινό υπήρχε μια παραγωγή γεμάτη δυσκολίες, ατυχήματα, τεχνικές απαιτήσεις και εξαντλητικά γυρίσματα.
Ο Friedkin δεν ήθελε να δημιουργήσει απλώς άλλη μία ταινία τρόμου. Ήθελε ο θεατής να αισθανθεί ότι παρακολουθεί κάτι πραγματικό.
Και αυτή η εμμονή στον ρεαλισμό θα έκανε τα γυρίσματα του The Exorcist μια από τις πιο απαιτητικές παραγωγές του κινηματογράφου της δεκαετίας του 1970.


Από το βιβλίο του William Peter Blatty στη μεγάλη οθόνη
Η ιστορία ξεκίνησε από το μυθιστόρημα The Exorcist του William Peter Blatty, το οποίο κυκλοφόρησε το 1971.
Ο Blatty είχε εμπνευστεί από την πραγματική υπόθεση ενός εξορκισμού που είχε πραγματοποιηθεί το 1949 σε ένα αγόρι 14 ετών στο Maryland. Ο ίδιος είχε πληροφορηθεί την υπόθεση όταν ήταν φοιτητής στο Georgetown University.
Η κινηματογραφική μεταφορά δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Το Hollywood αντιμετώπιζε με επιφυλακτικότητα ένα τόσο σκοτεινό και θρησκευτικά φορτισμένο θέμα.
Τελικά, ο William Friedkin ανέλαβε τη σκηνοθεσία, έχοντας ήδη αποκτήσει τεράστια αναγνώριση μετά το The French Connection.
Η επιλογή του αποδείχθηκε καθοριστική.
Ο Friedkin ήθελε το The Exorcist να μοιάζει περισσότερο με ένα δραματικό, ρεαλιστικό φιλμ παρά με μια συμβατική ταινία τρόμου.
Δεν ήθελε υπερβολικά κινηματογραφικά εφέ ή εντυπωσιακούς φωτισμούς που θα έδιναν στον θεατή την αίσθηση ότι παρακολουθεί «μια ταινία».
Ήθελε να πιστέψει αυτό που έβλεπε.
Η Georgetown έγινε ένας από τους πρωταγωνιστές της ταινίας
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της ταινίας είναι το περιβάλλον της.
Ο Friedkin επέλεξε τη Georgetown στην Ουάσινγκτον, μετατρέποντας την περιοχή σε αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας.
Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε πολλές τοποθεσίες του Georgetown University, ανάμεσά τους το Healy Hall, το Dahlgren Chapel, το Old North, τα σκαλιά της Lauinger Library και τα περίφημα «Exorcist Steps».
Οι συγκεκριμένες σκάλες, οι οποίες ήταν γνωστές πριν από την ταινία ως M Street steps, έγιναν τελικά ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σημεία στην ιστορία του κινηματογραφικού τρόμου.
Περίπου 300 φοιτητές, εργαζόμενοι και καθηγητές του Georgetown, μεταξύ των οποίων και Ιησουίτες, συμμετείχαν ως κομπάρσοι στα γυρίσματα.
Η επιλογή των πραγματικών τοποθεσιών δεν ήταν απλώς αισθητική.
Ο Friedkin θεωρούσε ότι η Georgetown έδινε στην ιστορία μια αίσθηση αυθεντικότητας που δύσκολα θα μπορούσε να δημιουργηθεί σε ένα απλό κινηματογραφικό σκηνικό. Η περιοχή έγινε ουσιαστικά ένας χαρακτήρας της ταινίας.


Η Regan και η Linda Blair
Στο κέντρο της ιστορίας βρισκόταν η 13χρονη τότε Linda Blair, η οποία ανέλαβε έναν από τους πιο απαιτητικούς ρόλους που είχαν δοθεί ποτέ σε τόσο νεαρή ηθοποιό.
Η Blair έπρεπε να υποδυθεί όχι μόνο ένα φυσιολογικό παιδί, αλλά και τη Regan μετά την υποτιθέμενη κατοχή της από μια δαιμονική οντότητα.
Το μεγαλύτερο μέρος της δύναμης της ερμηνείας της προερχόταν από το γεγονός ότι το κοινό έπρεπε να αισθανθεί πως πίσω από το τρομακτικό πρόσωπο υπήρχε ακόμη ένα παιδί.
Και αυτό ήταν ένα από τα στοιχεία που έκαναν την ταινία τόσο disturbing.
Η Blair, παρά τη δύσκολη φύση της παραγωγής, κατάφερε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του Friedkin και να γίνει μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φιγούρες στην ιστορία του horror cinema.
Η Ellen Burstyn και η σκηνή που κατέληξε σε πραγματικό τραυματισμό
Η Ellen Burstyn, στον ρόλο της μητέρας της Regan, Chris MacNeil, βρέθηκε επίσης αντιμέτωπη με εξαιρετικά απαιτητικές σκηνές.
Ο Friedkin ήταν γνωστός για τις ακραίες μεθόδους του προκειμένου να πάρει από τους ηθοποιούς τις αντιδράσεις που αναζητούσε.
Σε μία από τις σκηνές, η Chris τραβιέται βίαια προς τα πίσω από τη Regan.
Η σκηνή δεν ήταν απλώς μια κινηματογραφική «προσποίηση». Η Burstyn τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια της λήψης και χρειάστηκε να μείνει εκτός γυρισμάτων για περίπου δύο εβδομάδες.
Η συγκεκριμένη λήψη παρέμεινε τελικά στην ταινία.
Το περιστατικό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ακραίας προσέγγισης που ακολούθησε ο Friedkin σε μεγάλο μέρος της παραγωγής.
Το δωμάτιο της Regan μπήκε στην κατάψυξη
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές λεπτομέρειες της παραγωγής αφορά το δωμάτιο της Regan.
Ο Friedkin ήθελε οι θεατές να βλέπουν την ανάσα των χαρακτήρων κατά τη διάρκεια των σκηνών του εξορκισμού, όπως ακριβώς περιγραφόταν στο βιβλίο.
Για να επιτευχθεί αυτό, το σκηνικό ψύχθηκε με ειδικό σύστημα ψύξης.
Η θερμοκρασία έπεσε σε ακραία επίπεδα, ενώ η λειτουργία των φώτων του κινηματογραφικού συνεργείου έκανε ακόμη δυσκολότερη τη διατήρηση των συνθηκών.
Σε ορισμένες περιπτώσεις το συνεργείο μπορούσε να γυρίσει μόνο για λίγα λεπτά προτού χρειαστεί να διακόψει.
Το σκηνικό ήταν κατασκευασμένο με τρόπο που επέτρεπε να κινηθεί και να δημιουργήσει την αίσθηση ότι το δωμάτιο «ζει».
Το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικά εντυπωσιακό για τα δεδομένα της εποχής.

Η σκηνή της αιώρησης της Regan
Σήμερα, μια σκηνή όπως η αιώρηση ενός χαρακτήρα μπορεί να δημιουργηθεί σχετικά εύκολα με ψηφιακά εφέ.
Το 1973, όμως, δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα.
Για τη σκηνή όπου η Regan αιωρείται πάνω από το κρεβάτι, χρησιμοποιήθηκαν ειδικές κατασκευές και καλώδια. Η Linda Blair φορούσε ειδικό κορμάκι με σημεία σύνδεσης για τα λεπτά καλώδια που χρησιμοποιήθηκαν στη λήψη.
Ο διευθυντής φωτογραφίας Owen Roizman και το συνεργείο έπρεπε να αντιμετωπίσουν ένα σημαντικό πρόβλημα: τα καλώδια δεν έπρεπε να φαίνονται στην κάμερα.
Και επειδή ο Friedkin δεν ήθελε να βασιστεί σε μοντάζ και τεχνάσματα για να κρύψει τις ατέλειες, η διαδικασία ήταν εξαιρετικά δύσκολη.
Το αποτέλεσμα, όμως, παραμένει εντυπωσιακό ακόμη και σήμερα.

Οι περίφημες σκάλες του Georgetown
Μία από τις πιο εμβληματικές σκηνές της ταινίας είναι εκείνη που οδηγεί στον θάνατο του Father Karras.
Για τη συγκεκριμένη σκηνή χρησιμοποιήθηκαν τα πραγματικά σκαλιά του Georgetown.
Το σημείο έγινε τόσο διάσημο μετά την κυκλοφορία της ταινίας, ώστε απέκτησε ουσιαστικά το δικό του κινηματογραφικό όνομα: Exorcist Steps.
Για την πτώση χρησιμοποιήθηκε stunt double, ενώ τα σκαλιά είχαν προετοιμαστεί ειδικά για να μειωθεί ο κίνδυνος τραυματισμού. Το σπίτι και η περιοχή γύρω από τις σκάλες τροποποιήθηκαν επίσης προσωρινά ώστε να καταστεί δυνατή η λήψη της πτώσης από τη συγκεκριμένη γωνία.
Σήμερα, οι σκάλες αποτελούν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κινηματογραφικά landmarks της Ουάσινγκτον.
Η παραγωγή πήγε πολύ πιο αργά από το αρχικό πρόγραμμα
Τα προβλήματα στα γυρίσματα συσσωρεύονταν.
Η παραγωγή είχε σχεδιαστεί αρχικά για περίπου 85 ημέρες, όμως τελικά χρειάστηκε περισσότερες από 200 ημέρες για να ολοκληρωθεί.
Το κόστος ανέβηκε επίσης σημαντικά και έφτασε περίπου τα 12 εκατομμύρια δολάρια, αρκετά πάνω από τον αρχικό σχεδιασμό.
Και τότε άρχισε να γεννιέται ο μύθος.
Γιατί όσο περισσότερα προβλήματα εμφανίζονταν, τόσο περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν να αναρωτιούνται αν η παραγωγή είχε πράγματι «κάτι» εναντίον της.
Η φωτιά που κατέστρεψε σχεδόν ολόκληρο το σκηνικό
Ένα από τα σοβαρότερα περιστατικά συνέβη όταν ξέσπασε φωτιά στα σκηνικά του σπιτιού της οικογένειας MacNeil.
Η φωτιά προκάλεσε τεράστιες ζημιές και διέκοψε την παραγωγή για εβδομάδες.
Το πιο παράξενο στοιχείο;
Το δωμάτιο της Regan ήταν ουσιαστικά το μόνο σημαντικό τμήμα του σκηνικού που δεν καταστράφηκε από τη φωτιά.
Από εκεί και πέρα, η ιστορία της «κατάρας» άρχισε να παίρνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις.
Ατυχήματα και ένας θρύλος που μεγάλωσε
Κατά τη διάρκεια της παραγωγής σημειώθηκαν διάφορα ατυχήματα και τραυματισμοί.
Υπήρχαν επίσης θάνατοι ανθρώπων που συνδέονταν με την παραγωγή ή το περιβάλλον της, γεγονός που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη φημολογία γύρω από την ταινία.
Δεν υπάρχει, φυσικά, απόδειξη ότι η παραγωγή ήταν «καταραμένη».
Όμως ο συνδυασμός των ατυχημάτων, της θεματολογίας της ταινίας και της έντονης ατμόσφαιρας στα γυρίσματα ήταν αρκετός για να δημιουργήσει έναν θρύλο που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Ο ίδιος ο Friedkin είχε δηλώσει ότι η παραγωγή είχε γεμίσει με παράξενα και δυσάρεστα περιστατικά και τελικά ζήτησε από τον ιερέα και τεχνικό σύμβουλο της ταινίας, Thomas Bermingham, να κάνει μια ευλογία στο σκηνικό.
Ο Bermingham τελικά ευλόγησε το cast και το συνεργείο αντί να πραγματοποιήσει εξορκισμό στο ίδιο το σκηνικό.
Ο Friedkin δεν φοβόταν να πάει στα άκρα
Ο William Friedkin ήθελε το The Exorcist να προκαλεί πραγματικές αντιδράσεις.
Υπάρχουν πολλές ιστορίες για τις ακραίες μεθόδους που χρησιμοποίησε.
Σε μία περίπτωση, όταν θεώρησε ότι ο ηθοποιός William O’Malley, S.J., δεν έδινε την αντίδραση που ήθελε, ο Friedkin τον χαστούκισε και ζήτησε να ξαναγυρίσουν τη σκηνή.
Σε άλλες περιπτώσεις χρησιμοποιούσε ξαφνικούς ήχους και απρόβλεπτες κινήσεις για να αιφνιδιάσει τους ηθοποιούς και να καταγράψει αυθεντικές αντιδράσεις.
Σήμερα τέτοιες πρακτικές θα προκαλούσαν έντονες αντιδράσεις.
Στη δεκαετία του 1970, όμως, ο Friedkin ήταν αποφασισμένος να δημιουργήσει κάτι που θα έμοιαζε όσο το δυνατόν περισσότερο με πραγματικό εφιάλτη.
Η ταινία δεν βασίστηκε στα ψηφιακά εφέ
Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία του The Exorcist.
Σήμερα, μεγάλο μέρος των αντίστοιχων σκηνών θα δημιουργούνταν ή θα ολοκληρωνόταν με CGI.
Το 1973, το συνεργείο έπρεπε να κατασκευάσει πραγματικά σκηνικά, μηχανισμούς, καλώδια και ειδικές κατασκευές.
Το δωμάτιο μπορούσε να κινείται.
Η Linda Blair μπορούσε να αιωρείται.
Οι κουρτίνες μπορούσαν να κινούνται με μηχανισμούς.
Το κρεβάτι μπορούσε να ταρακουνηθεί.
Και η ανάσα των ηθοποιών μπορούσε πραγματικά να φαίνεται στον αέρα.
Όλα αυτά δημιουργούσαν μια απτή αίσθηση πραγματικότητας που αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα όπλα της ταινίας.
Το «κακό» στην οθόνη δεν χρειαζόταν να φαίνεται συνεχώς
Ο Friedkin και ο διευθυντής φωτογραφίας Owen Roizman απέφυγαν τα κλασικά φωτιστικά τεχνάσματα των ταινιών τρόμου.
Το σπίτι της οικογένειας MacNeil έπρεπε να μοιάζει με ένα κανονικό σπίτι.
Και αυτή η επιλογή έκανε τα πράγματα ακόμη πιο ανατριχιαστικά.
Δεν υπήρχε ένας φανταχτερός, υπερφυσικός κόσμος.
Υπήρχε ένα συνηθισμένο σπίτι.
Μια μητέρα.
Ένα παιδί.
Δύο ιερείς.
Και κάτι που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Αυτή η προσέγγιση στον ρεαλισμό ήταν βασικό στοιχείο της κινηματογράφησης. Ο Roizman προσπάθησε να αξιοποιήσει όσο το δυνατόν περισσότερο φυσικές και εμφανείς πηγές φωτός, διατηρώντας το περιβάλλον πειστικό και καθημερινό.
Από την παραγωγή στον κινηματογραφικό θρύλο
Όταν το The Exorcist έφτασε στις αίθουσες, δεν ήταν απλώς μια ακόμη ταινία τρόμου.
Ήταν ένα πολιτιστικό γεγονός.
Η ταινία προκάλεσε σοκ, αντιδράσεις και έντονες συζητήσεις, ενώ παράλληλα απέδειξε ότι το horror μπορούσε να σταθεί στο ίδιο επίπεδο με το σοβαρό κινηματογραφικό δράμα.
Η παραγωγή είχε καταφέρει κάτι εξαιρετικά δύσκολο:
Να κάνει τον θεατή να αμφιβάλλει για το αν παρακολουθεί μια ταινία ή κάτι που θα μπορούσε πραγματικά να συμβεί.
Και αυτό ακριβώς ήταν το μεγάλο όπλο του Friedkin.
Γιατί το The Exorcist παραμένει τρομακτικό;
Πενήντα και πλέον χρόνια μετά, το The Exorcist εξακολουθεί να προκαλεί συζητήσεις.
Όχι επειδή τα εφέ του είναι πιο εντυπωσιακά από τα σημερινά.
Το αντίθετο.
Ακριβώς επειδή πολλά από αυτά που βλέπουμε στην οθόνη δημιουργήθηκαν πραγματικά μπροστά στην κάμερα.
Η ταινία δεν χρειάστηκε να βασιστεί στην τεχνολογία για να δημιουργήσει τον φόβο.
Βασίστηκε στην ατμόσφαιρα, στις ερμηνείες, στη φωτογραφία, στον ήχο, στα πρακτικά εφέ και κυρίως στην ιδέα ότι κάτι απολύτως αδιανόητο μπορεί να συμβεί μέσα σε ένα απολύτως φυσιολογικό σπίτι.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η πραγματική δύναμη του The Exorcist.
Δεν προσπάθησε απλώς να σε τρομάξει.
Προσπάθησε να σε κάνει να πιστέψεις ότι αυτό που βλέπεις θα μπορούσε να είναι αληθινό.
Και τελικά, αυτό ήταν που τρόμαξε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο το Hollywood.