You are currently viewing Μια υπέροχη συνέντευξη με την ηθοποιό-συγγραφέα Γωγώ Ατζολετάκη στο Cinemusic.gr

Μια υπέροχη συνέντευξη με την ηθοποιό-συγγραφέα Γωγώ Ατζολετάκη στο Cinemusic.gr

Κοινοποίησε

Γράφει ο Νίκος Γκάτσιος

Με ιδιαίτερη χαρά και τιμή υποδεχόμαστε σήμερα μια ξεχωριστή γυναίκα, μια πολυτάλαντη δημιουργό που έχει αφήσει το αποτύπωμά της σε πολλαπλούς χώρους του πολιτισμού: στο θέατρο, την τηλεόραση, τη δημοσιογραφία, το ραδιόφωνο και τη συγγραφή. Η Γωγώ Ατζολετάκη δεν είναι μόνο μια αγαπημένη ηθοποιός και συγγραφέας· είναι ένας άνθρωπος με λόγο, σκέψη και ουσία – ένας ζωντανός κρίκος ανάμεσα σε αξίες που χάνονται και σε αλήθειες που πρέπει να ειπωθούν. Στην παρούσα συνέντευξη, μας ανοίγει απλόχερα την καρδιά της και μας ταξιδεύει στα παιδικά της χρόνια στη Σητεία, στα πρώτα βήματα της ζωής και της εκπαίδευσής της, στον κόσμο των οικογενειακών αξιών, αλλά και στις εσωτερικές διαδρομές που τη διαμόρφωσαν ως προσωπικότητα και καλλιτέχνιδα.

Κυρία Ατζολετάκη, σας ευχαριστώ θερμά που μοιράζεστε μαζί μας τόσο γενναιόδωρα τις μνήμες, τις σκέψεις και τις εμπειρίες σας. Καλώς ορίσατε.

Παιδικά Χρόνια & Εκπαίδευση
– Πώς ήταν η παιδική σας ζωή στη Σητεία και πώς επηρέασε την προσωπικότητα και τις επιλογές σας;

ΑΠ. Μια ανέμελη ζωή ήταν τα παιδικά μου χρόνια. Σε μια δεμένη παραδοσιακή οικογένεια. Σκόρπια κομμάτια μνήμης με επισκέπτονται συχνά… Τα παιχνίδια στις αλάνες, το σχολειό (που τότε ήταν πραγματικό σχολειό για να μάθουμε γράμματα), ο τρύγος τα καλοκαίρια στο χωριό του μπαμπά μου (τον Χανδρά)… κι εκείνα τα μαγικά απόβραδα του χειμώνα στην κουζίνα, μαζεμένοι όλοι γύρω από το μαγκάλι, με τον παππού και τη γιαγιά να λένε ιστορίες απ’ τα παλιά… Δεν ήμασταν πλούσιοι στο πορτοφόλι, αλλά ήμασταν υπέρπλουτοι σε χαρές και συναισθήματα. Τώρα που μεγάλωσα κι εγώ, αντιλαμβάνομαι στα σωστά πόσο σπουδαίο ρόλο παίζει η οικογένεια. Η στάση των γονιών μου, ο τρόπος που ανέθρεψαν εμένα και τις αδερφές μου, η αγωγή τους και η καλοσύνη τους, ασφαλώς και συνέβαλαν στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μου. Από την άλλη, με ένα μπαμπά φιλόλογο και ένα σπίτι γεμάτο βιβλία, ήταν φυσικό να αγαπήσω από μικρή τη γνώση. Πού μ’ έχανες πού μ’ έβρισκες, πάντα χωμένη σε κάποιο βιβλίο ήμουνα. Πολλά, οφείλω πάρα πολλά στην οικογένειά μου !… Κι αυτό το λέω σε αντιπαραβολή με όλα αυτά που βλέπουμε να γίνονται τα τελευταία χρόνια. Ανήλικα που μπλέκονται σε παραβατικότητες, μπούλινγκ, ναρκωτικά… Πίσω από κάθε παιδί που βγάζει βία και θυμό, υπάρχει μια διαλυμένη οικογένεια ή ένα νοσηρό οικογενειακό περιβάλλον.

Τι θυμάστε πιο έντονα από τα πρώτα σας χρόνια στην Αθήνα, όταν μετακομίσατε από την Κρήτη;

ΑΠ. Τι να θυμηθώ ;… Το χάσιμό μου θυμάμαι. Δεν ήθελα καθόλου να φύγουμε από την Κρήτη. Δυστύχησα ! Αλλά, δεν γινόταν αλλιώς. Ο μπαμπάς μου, από το Ρέθυμνο που ζήσαμε για τρία χρόνια, είχε πάρει μετάθεση για τα Τρίκαλα. Πίσω στη Σητεία δεν γινόταν να γυρίσουμε, γιατί η μεγάλη μου αδερφή φοιτούσε ήδη στη φιλοσοφική Ιωαννίνων, η άλλη αδερφή μου ήταν κι αυτή σε προετοιμασία σπουδών… οπότε υποχρεωτικά ήρθαμε στην Αθήνα, μιας και ο πατέρας μου είχε αγοράσει από χρόνια ένα σπίτι στην Κυψέλη… Η μετάβασή μου στην αχανή πρωτεύουσα ήταν ένα σοκ, θυμάμαι. Μου πήρε χρόνο για να εγκλιματιστώ. Γενικώς δε μου πάνε οι πολλές μετακινήσεις και οι μετακομίσεις, αλλά δυστυχώς στη ζωή μου το είδα αρκετές φορές αυτό το έργο. Ειδικά τη μετακόμιση τη θεωρώ «κατάρα». Αυτό που σκέφτομαι βέβαια, συχνά, είναι πως η ζωή μου θα είχε τραβήξει πιθανώς εντελώς διαφορετικό δρόμο, αν είχαμε παραμείνει στην Κρήτη. Μήπως όλα είναι «προδιαγεγραμμένα» τελικά ;

Καλλιστεία
– Θεωρείτε ότι ο τίτλος της «Σταρ Ελλάς» άνοιξε πόρτες ή δημιούργησε στερεότυπα που έπρεπε να ξεπεράσετε;

ΑΠ. Τι να κουβεντιάζουμε τώρα για τα καλλιστεία ;… Έχουν περάσει τόσα πολλά χρόνια ! Εντάξει, σίγουρα είναι σπουδαίο μέσα σε μια νύχτα να σε μάθει όλη η Ελλάδα, και σίγουρα μου ανοίχτηκαν πόρτες, όπως το λέτε… όμως αυτές οι πόρτες δεν μου ανοίχτηκαν για τα ωραία μου τα μάτια… «Κάτι» είδαν σ’ εμένα ! Δημιουργήθηκαν ευκαιρίες, δεν μπορώ να πω, όμως πολύ γρήγορα, άμεσα, τίναξα από πάνω μου τον τίτλο και ρίχτηκα στη δουλειά. Τέσσερις μήνες μετά τα καλλιστεία φοιτούσα ήδη σε δραματική σχολή. Και το επιμύθιον αυτής της ιστορίας ;… Τίποτα δε μου χαρίστηκε. Ό,τι κέρδισα, το κέρδισα με σκληρή δουλειά !

Υποκριτική & Θέατρο
– Τι σας τράβηξε τελικά στην υποκριτική και ποια ήταν η πιο καθοριστική στιγμή της πορείας σας;

ΑΠ. Δεν με τράβηξε κάτι «τελικά». Από μικρό κοριτσάκι ήθελα να γίνω ηθοποιός. Δεν το είπα ποτέ φωναχτά – εξ άλλου, στην Κρήτη που μεγάλωνα, πώς θα μπορούσα να πω ότι θα γίνω ηθοποιός ; Από πού κι ως πού; Δεν είχαμε κανέναν καλλιτέχνη στο σόι μας… Όμως μέσα μου υπήρχε αυτή η σπίθα. Με μάγευε το θέατρο, ο κινηματογράφος, κλεινόμουνα στο δωμάτιό μου κι έπαιζα ρόλους, έκανα μιμήσεις… Έτσι γίνεται, έτσι ξεκινά… Πάντα το λέω πως, ο ηθοποιός γεννιέται, δεν γίνεται !

– Τι σας ώθησε να δημιουργήσετε τον δικό σας θίασο το 1981; Ποιο ήταν το όραμά σας;

ΑΠ. Δεν με ώθησε κάτι συγκεκριμένο. Ήμουνα ήδη αναγνωρισμένη πρωταγωνίστρια, συνθιασάρχις με πετυχημένους συναδέλφους –όπως ο Άγγελος Αντωνόπουλος και ο Βασίλης Τσιβιλίκας– με αξιοσημείωτες επιτυχίες στην τηλεόραση… οπότε, νομοτελειακά, αυτό θα ήταν το επόμενο βήμα : Να ηγηθώ θιάσου !… Φυσικά, ρόλο έπαιξε και το ότι είχα ήδη παντρευτεί με τον γνωστό θεατρικό επιχειρηματία και πατέρα του παιδιού μου, τον Βασίλη Πλατάκη, οπότε, μετά το 1981 περάσαμε πια στις δικές μας παραγωγές, σε θέατρα της Αθήνας και μεγάλες περιοδείες. Με σκοπό ν’ ανεβάζουμε έργα της δικής μας επιλογής. Και το κάναμε. Με επιτυχία, δόξα τω Θεώ. Ακόμα θυμούνται πολλοί μνημειώδεις παραστάσεις μας, όπως το «Χαμάμ γυναικών» και το «Ρομανσέρο».

– Έχετε κάποια παράσταση ή ρόλο που σας έχει σημαδέψει συναισθηματικά;
ΑΠ. Μέσα στη μακρόχρονη θεατρική μου διαδρομή σίγουρα υπήρξαν ρόλοι που «έγραψαν» μέσα μου περισσότερο από άλλους και τους αναπολώ με νοσταλγία. Η Ρολάντα στο «Ρομανσέρο» είναι ένας απ’ αυτούς. Η Μαίρη επίσης στο «Παιχνίδι του έρωτα / Μαίρη-Μαίρη». Η Αντιγόνη του Σοφοκλή σίγουρα, που της χρωστώ πολλά, γιατί με ταξίδεψε σε διεθνή φεστιβάλ με το θέατρο ΚΝΩΣΟΣ και τον Λάμπρο Τσάγκα. Άλλοι σημαντικοί ρόλοι είναι η Φιλαμίντη στις «Ψευτοσπουδαίες» του Μολιέρου (πόσο τη διασκέδασα αυτή τη γυναίκα…) – η Μητέρα στον «Πελεκάνο» του Στρίντμπεργκ, και οπωσδήποτε η Άγνωστη στο «Γράμμα μιας άγνωστης» του Τσβάιχ, που είναι και η τελευταία θεατρική μου εμφάνιση. Ευτύχησα να παίξω δυνατούς και πολυ- επίπεδους ρόλους. Δόξα τω Θεώ !

Τηλεοπτικές Επιτυχίες
– Από τις τηλεοπτικές σειρές στις οποίες έχετε συμμετάσχει, υπάρχει κάποια που σας «άγγιξε» ιδιαίτερα ή που σας «σφράγισε» ως ηθοποιό;

ΑΠ. Εδώ ξεχωρίζω σαφώς τη «Φιορούλα» − την κοσμαγάπητη Φιορούλα, ρόλο που έπαιξα στο σήριαλ «Ο κόσμος κι ο Κοσμάς» του Γρηγόρη Ξενόπουλου. Ήταν μια μεγάλη τηλεοπτική μου επιτυχία, αλλά και ρόλος που τον απήλαυσα. Σε μια υπέροχη συνεργασία με τον Κώστα Ρηγόπουλο και τον σκηνοθέτη μας, τον Ερρίκο Ανδρέου. Δεν ξεχνώ όμως και τη «Θεοδώρα». Αυτή τη γλυκιά βυζαντινοπούλα, στο σήριαλ «Ρωμανός Διογένης» του Νίκου Φώσκολου. Κι αυτόν το ρόλο τον ξεχωρίζω, μέσα στους πολλούς που έπαιξα στην τηλεόραση. Ναι ! Υπήρξε εποχή που έκανα πολλή τηλεόραση. Μετά με ξεχάσανε. Χα χα χα… Δε με πειράζει. Κάνω τόσα πολλά άλλα πράγματα εξ άλλου, που η τηλεόραση μπορεί και να λείπει !… Άσε που τώρα ψιλοβαριέμαι κιόλας να μπω σ’ αυτή την ψυχοφθόρο διαδικασία. Γιατί, όπως γίνεται σήμερα η τηλεόραση, είναι ψυχοφθόρος. Πολύ άγχος.

Δημοσιογραφία & Ραδιόφωνο
– Πώς περάσατε από την υποκριτική στην αρθρογραφία; Ήταν κάτι που είχατε πάντα στο μυαλό σας;

ΑΠ. Πολλά πράγματα στη ζωή μου ήρθαν κάπως τυχαία. Τυχαία ήρθε και η αρθρογραφία. Βέβαια, πάντα έγραφα… και στο σχολειό ωραίες εκθέσεις – μάλιστα είχα βραβευτεί κιόλας. Αλλά να γράφω σε εφημερίδα ;… αυτό δεν το είχα φανταστεί. Όμως, το 1987, η τότε εφημερίδα «Εβδόμη» αναζητούσε μια γνωστή ηθοποιό, για να κρατήσει μια σελίδα. Με σχόλια, διάφορα ευτράπελα από τα παρασκήνια, τέτοια… Ένας φίλος μου, λοιπόν, που ήξερε ότι καταπιάνομαι με τη γραφή (γιατί ήδη είχα γράψει και δυο-τρία σενάρια), με σύστησε στον διευθυντή της «Εβδόμης». Εκείνος μου ζήτησε ένα δείγμα γραφής, έμεινε ικανοποιημένος, και με προσέλαβαν. Τόσο απλά!… Για την προσωπική μου ζωή δεν ήταν βέβαια τόσο απλό, γιατί ο τότε διευθυντής, ήταν ο σύντροφός μου εδώ και 37 χρόνια, ο Στέλιος ο Συρμόγλου. Δημοσιογράφος και μετέπειτα καθηγητής πανεπιστημίου. Τότε, μ’ αυτή την αφορμή, γνωριστήκαμε, και δέσαμε. Μετά ο Στέλιος συνεργάστηκε με την «Κυριακάτικη Ακρόπολη» και με πήρε μαζί του. Πάλι, κι εκεί κρατούσα μια σελίδα. Σχόλια και ένα χρονογράφημα. Αχ, με πόσο κέφι έγραφα αυτές τις σελίδες. Το διασκέδαζα αφάνταστα… Γιατί το κύριο χαρακτηριστικό σ’ εκείνα τα γραφτά μου ήταν το χιούμορ. Είχα διαμορφώσει ένα δικό μου στυλ. Και με διάβαζαν πολλοί.

– Και η ραδιοφωνική παραγωγή πώς προέκυψε ;

ΑΠ. Και η ραδιοφωνική παραγωγή δεν ήταν μέσα στους στόχους μου… Φυσικά, ραδιόφωνο έκανα από την αρχή της καριέρας μου, αλλά ως ηθοποιός. Και μάλιστα, είχα πάρει μέρος σε αρκετά ραδιοφωνικά θεατρικά έργα, αυτά που γινόντουσαν παλιά στο κρατικό ραδιόφωνο. Για να κάνω όμως, αργότερα, ραδιοφωνικές εκπομπές, έπρεπε να γίνω πια ραδιοφωνική παραγωγός. Υπεύθυνη για όλα. Να γράφω τα κείμενα, να σχολιάζω, να καλώ κόσμο για συνεντεύξεις, να κάνω και τη μουσική επιμέλεια… Έτσι, σε μια πρόταση που είχα το 1988 από το «Κανάλι 1» του Πειραιά για ραδιοφωνική εκπομπή, ουσιαστικά μετέφερα τη σελίδα της εφημερίδας στο ραδιόφωνο. Γράφοντας πάλι κείμενα, αλλά τώρα υπήρχε και η φωνή μου. Έτσι «χρίστηκα» και ραδιοφωνική παραγωγός. Κι εκείνη η εκπομπή μου στο «Κανάλι 1», με τον τίτλο «Αυτό πια…», ήταν η πρώτη μου ραδιοφωνική παραγωγή. Μετά, βέβαια, ακολoύθησαν χιλιάδες εκπομπές. Στην «Επικοινωνία» του ΑΝΤΕΝΝΑ, συνεργασία με ΕΡΑ 1, ΕΡΑ2, ΕΡΑ 4, με το Γ΄ Πρόγραμμα, τον ραδιοφωνικό σταθμό PLANNET… Τελευταία μου συνεργασία, για τέσσερα χρόνια, ήταν με τον Alpha989… Το λάτρεψα και το λατρεύω το ραδιόφωνο!

Συγγραφή
– Τι σας ώθησε να ασχοληθείτε και με τη συγγραφή;

ΑΠ. Και τα βιβλία ήρθαν χωρίς να το επιδιώξω ιδιαίτερα. Μάλλον, ήταν γραφτό. Το 1989 είχα μια πρόταση από τις εκδόσεις «Σμυρνιωτάκη» να συγκεντρωθούν τα χρονογραφήματα, που είχα γράψει στις εφημερίδες που προανέφερα, και να εκδοθούν σε βιβλίο. Έτσι γεννήθηκε το πρώτο μου βιβλίο, η «Προσωπική απόδραση». Ύστερα από δέκα χρόνια, το 1999, μετά από
παρότρυνση της φίλης μου δημοσιογράφου Σύσσης Καπλάνη, έγραψα το βιβλίο «Ηθοποιός, Σκιά και Φως», ένα εγχειρίδιο για υποψήφιους και νέους ηθοποιούς, που γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Ε.. μετά κι απ’ αυτό, κι αφού είχα ασκηθεί αρκετά, είχε ανοίξει ο δρόμος για την μυθιστοριογραφία. Και το 2000 κυκλοφόρησε το πρώτο μου μυθιστόρημα το «Σαν άσπρο πούπουλο σ’ απέραντο γαλάζιο». Από τότε, 26 χρόνια τώρα, είμαι συνεχώς στο χώρο του βιβλίου, παράλληλα βέβαια με το θέατρο.

– Αν γράφατε ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο, ποιος θα ήταν ο τίτλος του και γιατί;
ΑΠ. Δεν πιστεύω στις αυτοβιογραφίες. Πρώτον, γιατί θεωρώ πως δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το πλατύ κοινό –εκτός κι αν είσαι η Μαίρυλιν Μονρό– και δεύτερον, γιατί οι πιο «νόστιμες» λεπτομέρειες της ζωής ενός ανθρώπου, τα βαθιά κρυμμένα μυστικά, δεν μπορεί να γραφτούν. Καμιά αυτοβιογραφία δεν λέει όλη την αλήθεια!

– Τα βιβλία σας ασχολούνται με κοινωνικά ζητήματα, όπως η κακοποίηση της γυναίκας και η ενδοοικογενειακή βία στο «Ζ της Ζωής». Τι σας ώθησε να στραφείτε σε τόσο ευαίσθητες θεματικές;
ΑΠ. Δεν είναι μόνο η κακοποίηση της γυναίκας. Κάθε βιβλίο μου έχει μια συγκεκριμένη θεματική. Δεν γράφω βιβλία για να γράφω ούτε για να διηγηθώ μια ιστορία. Στόχος μου, γράφοντας ένα βιβλίο, είναι να καταγγείλω κάτι και η ευαισθητοποίηση των αναγνωστών. Στο «Σαν άσπρο πούπουλο σ’ απέραντο γαλάζιο», ας πούμε, πραγματεύομαι τη σχέση σώματος και ψυχής σε μια γήινη διαδρομή. Στο bestseller μου «Η φίλη σου, Ροζαλία», τον παιδικό βιασμό. Στο «12 και 5 αμαρτωλές ιστορίες» εκθέτω 17 αμαρτίες στο 12 και 5 του σύγχρονου πολιτισμού. Το «Κι όμως εμείς θα πάμε στον παράδεισο» έχει για θέμα του την εξοντωτική σχέση αγάπης και μίσους ανάμεσα σε μητέρα και κόρη. Θίγω διαχρονικές και πανανθρώπινες καταστάσεις, κι ίσως γι’ αυτό τα βιβλία μου γνωρίζουν επιτυχία.

– Πιστεύετε ότι η τέχνη μπορεί να θεραπεύσει ή να φέρει κοινωνική αλλαγή; Ποια είναι η δική σας πρόθεση ως συγγραφέας;
ΑΠ. Η τέχνη, στην κάθε της μορφή, μπορεί να διαπαιδαγωγήσει, να ψυχαγωγήσει (με την αρχαϊκή έννοια του όρου – αγωγή της ψυχής), να διδάξει, να συγκινήσει, να ευαισθητοποιήσει, να λυτρώσει… Πάνω απ’ όλα όμως είναι ο λόγος. Η τέχνη του λόγου. Γι’ αυτό και το βιβλίο άντεξε τόσους αιώνες και θ’ αντέξει άλλους τόσους. Φυσικά, λυδία λίθος είναι πάντα ο χρόνος. Ο χρόνος θα κρίνει την αξία του κάθε βιβλίου. Κι άλλα –τα καλύτερα− θα τα συντηρήσει και θα τα παραδώσει στις επόμενες γενιές, ενώ τα ελάσσονα θα τα ρίξει στη χοάνη της λήθης.

Νέα κυκλοφορία – «Η Τρίτη Άνοιξη»
– Στο νέο σας βιβλίο, Η Τρίτη Άνοιξη βλέπουμε μια γυναίκα να ξαναστέκεται στα πόδια της εκεί που όλοι την έχουν ξεγραμμένη. Τι σας ενέπνευσε να ασχοληθείτε με αυτό το τόσο επίκαιρο αλλά και παραγκωνισμένο θέμα της τρίτης ηλικίας; Είναι η Αλεξάνδρα μια μορφή αντίστασης ή λύτρωσης;

ΑΠ. Η Αλεξάνδρα είναι, για μένα, το σύμβολο της απελευθέρωσης. Στην ηλικία των 74 χρόνων βρίσκει το θάρρος να αποτινάξει απ΄ τους ώμους της όλα τα βαρίδια και τις εξαρτήσεις της ζωής της και να ζήσει ως ελεύθερος άνθρωπος με απολύτως προσωπικές της επιλογές. Κάτι που όλοι πρέπει να το κάνουμε, κατά την άποψή μου, σε κάθε φάση της ζωής μας. Όσον αφορά για το κίνητρό μου να γράψω ένα βιβλίο για την τρίτη ηλικία… Αυτή η θεματική με απασχολούσε χρόνια τώρα. Να γράψω ένα βιβλίο γι’ αυτό το τόσο ευαίσθητο κοινωνικό θέμα. Για τους
παροπλισμένους γέροντες και τις γερόντισσες, που μαραζώνουν από την αδιαφορία και την εγκατάλειψη, ακόμα κι αν ζουν μαζί με τα παιδιά τους. Οι νέοι δουλεύουν, τρέχουν, είναι μονίμως κουρασμένοι… ποιος αδειάζει ν’ ασχοληθεί με το «γέρο»;… Άκουγα ιστορίες, έβλεπα και διάφορα περιστατικά σε γηροκομεία, κι έτσι σιγά-σιγά διαμορφώθηκε στη σκέψη μου «Η τρίτη Άνοιξη». Που έχει για ηρωίδα την Αλεξάνδρα, μια γυναίκα που δεν είναι τόσο μεγάλη ούτε και τόσο άρρωστη όσο την θεωρούν τα «παιδιά» της, όμως δεν την θέλουν πια μέσα στα πόδια τους. Έτσι, εμμέσως πλην σαφώς, την ωθούν προς ένα γηροκομείο. Κι ενώ η Αλεξάνδρα πίστευε πως αυτή η αλλαγή στη ζωή της θα είναι το τέλος της, τελικά – μέσα στο γηροκομείο− της δίνεται η ευκαιρία να ζήσει μια «τρίτη άνοιξη».

Προσωπικές Σκέψεις & Φιλοσοφία Ζωής
– Αναφέρετε συχνά ότι ήσασταν πάντα «παιδί των γραμμάτων». Πώς διατηρείτε αυτό το πάθος μέχρι σήμερα;
ΑΠ. Δεν είναι πάθος. Είναι ανάγκη. Νομίζω πως έτσι γεννήθηκα. Όταν οι αδερφές μου τρέχανε στα παιχνίδια και στη θάλασσα, εγώ ξεψάχνιζα τη βιβλιοθήκη του μπαμπά μου. Στα δώδεκά μου χρόνια ανακάλυψα τον Καβάφη (κι ας μην τον πολυκαταλάβαινα) – στα δεκαπέντε μου τον Μπρεχτ… Πάντα με θυμάμαι με ένα βιβλίο στο χέρι. Το διάβασμα για μένα είναι τροφή για το νου και την ψυχή μου… Τελευταία βέβαια έχω διαβάσει κάποια βιβλία φλύαρα και κακογραμμένα, γιατί όλοι σ’ αυτή τη χώρα θαρρούν πως μπορούν να γράψουν… Ε, αυτά τα βιβλία με κάνουν και πλήττω, τα βαριέμαι… Η λογοτεχνία είναι σοβαρή ιστορία !

– Είπατε κάποτε ότι δεν ανατρέχετε συχνά στο παρελθόν. Τι είναι αυτό που σας κρατά στραμμένη στο παρόν και στο μέλλον;
ΑΠ. Ε.. μα έτσι είναι. Το παρελθόν είναι κάτι που έχει συμβεί. Το ξέρω. Μου χάρισε μνήμες, εμπειρίες, αλλά μέχρι εκεί. Το ενδιαφέρον είναι στο «παρόν» − κι αυτό το παρόν θα προδιαγράψει το «μέλλον». Το παρακάτω έχει το σπασπένς. Αυτές οι άγραφες σελίδες που περιμένουν από μας να τις γράψουμε.

Προσωπική Ζωή
– Πώς ισορροπήσατε την καλλιτεχνική καριέρα με τη μητρότητα και την προσωπική σας ζωή;

ΑΠ. Αυτό, πραγματικά, είναι πολύ δύσκολο σπορ. Το να έχει παιδί και οικογένεια μια πολυάσχολη ηθοποιός είναι μεγάλος αγώνας. Απαιτείται πειθαρχία, οργάνωση χρόνου, και αυστηρότητα κάποιες φορές… Στον απολογισμό, νομίζω πως τα πήγα καλά, αν και ζορίστηκα αρκετά. Σήμερα όμως καμαρώνω την κόρη μου, τη Θεοδώρα, και λέω «χαλάλι».

– Τι ρόλο έχει παίξει ο σύζυγός σας, ο Στέλιος Συρμόγλου, στην πορεία σας;
ΑΠ. Εξισορροπιστικό και ενθαρρυντικό ! Επειδή, ως χαρακτήρας, είμαι παρορμητική και έντονη στις αντιδράσεις μου, ο Στέλιος ήταν πάντα αυτός που με βοηθούσε να κατεβάσω στροφές και να δω τα πράγματα από την οπτική της λογικής. Παράλληλα με ενθάρρυνε και με ωθούσε να κάνω πράγματα που νόμιζα πως ήταν πάνω απ’ τις δυνάμεις μου. Από την άλλη, ποτέ δεν με περιόρισε στις επιλογές μου, κι αυτό για μένα είναι το βασικότερο στοιχείο συνύπαρξης. Ποτέ δεν θα μπορούσα να είμαι με έναν σύντροφο που θα με «έπνιγε».

Κλείσιμο
– Αν μπορούσατε να δώσετε μία μόνο συμβουλή σε ένα νέο κορίτσι που ξεκινά σήμερα στον χώρο του θεάτρου, ποια θα ήταν αυτή;
ΑΠ. Να ξεκινήσει μόνο αν νιώθει το θέατρο σαν οξυγόνο για την επιβίωση της ψυχής του. Διαφορετικά, θα κουραστεί, θα καραβοτσακιστεί, και κάποια στιγμή θα μονολογήσει το στίχο του Βάρναλη : «Αχ, πού ‘σαι νιότη που ‘δειχνες, πως θα γινόμουνα άλλος».

Κυρία Ατζολετάκη, σας ευχαριστώ πάρα πολύ γι αυτή την υπέροχη συνέντευξη και σας εύχομαι πάντα επιτυχίες σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο


Κοινοποίησε