Γράφει ο Νίκος Γκάτσιος
Σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα και συνεχώς δοκιμάζει τα όρια της δημιουργίας, υπάρχουν άνθρωποι που δεν φοβούνται να πειραματιστούν, να ρισκάρουν και να εκτεθούν μέσα από το έργο τους. Ένας από αυτούς είναι και ο Βαγγέλης Βίτσικας, μια παρουσία που ξεχωρίζει όχι μόνο για το ταλέντο αλλά και για την αφοσίωσή του στον κινηματογράφο – είτε μέσα από το φακό, είτε πίσω από αυτόν, είτε μπροστά από ένα μικρόφωνο. Με αφορμή τη δράση της ομάδας Beyond the Bridge Productions, την εκπομπή Cine Vaggo και τις δικές του δημιουργικές αναζητήσεις, μιλήσαμε για όλα: από τις προσωπικές κινηματογραφικές εμμονές μέχρι τις προκλήσεις του ελληνικού σινεμά σήμερα. Βαγγέλη να σε καλωσορίσω στο Cinemusic,gr και να σε ευχαριστήσω γι αυτήν την υπέροχη συνέντευξη
1.Ποια είναι η πρώτη σου ανάμνηση από τα παιδικά σου χρόνια που συνδέεται με τον κινηματογράφο ή το θέατρο;
Όπως όλα τα παιδιά της γενιάς μου, μεγάλωσα με ταινίες της Disney και της Pixar, τις οποίες έβλεπα στο σινεμά, στο video και αργότερα σε DVD. Νομίζω πως η πρώτη ταινία που είδα ήταν το «Σπίριτ, το Άγριο Άλογο», ταινία κινουμένων σχεδίων της DreamWorks από το 2002. Μάλλον από εκεί πηγάζει η αγάπη μου για τα γουέστερν.
2.Πόσο σε επηρέασε το γεγονός ότι ο πατέρας σου είναι ηθοποιός;
Πολύ. Όχι μόνο επειδή ήταν σκηνοθέτης της θεατρικής ομάδας όπου συμμετείχα στο λύκειο και στα πρώτα φοιτητικά χρόνια, αλλά κι επειδή εκείνος ήταν ο «εισηγητής» των πρώτων «κανονικών» ταινιών που είδα στη ζωή μου.
3.Πότε και πώς γεννήθηκε η αγάπη σου για το σινεμά; Υπήρξε κάποια ταινία-ορόσημο;
Όταν ήμουν δέκα ετών, μαζί με τον πατέρα μου και τον αδελφό μου αρχίσαμε να βλέπουμε μια ταινία κάθε Σάββατο. Συνήθως τις ταινίες επέλεγε ο πατέρας μας. Ήταν όλες τους κλασικές, πχ οι 4 πρώτες ταινίες που είδαμε έτσι ήταν το «America, America» (1963) του Ελία Καζάν, το «A Fistful of Dollars» (1964) του Σέρτζιο Λεόνε, το «The Bridge on the River Kwai» (1957) του Ντέιβιντ Λιν και το «The Lady Vanishes» (1938) του Άλφρεντ Χίτσκοκ – όλες τους ταινίες που μέχρι σήμερα κρατώ στις πολύ αγαπημένες μου. Αυτήν τη συνήθεια την κρατήσαμε περίπου 3 χρόνια σε αυτόν το ρυθμό, κι έπειτα η μία φορά την εβδομάδα έγινε δύο, οι δύο τέσσερις, οι τέσσερις την εβδομάδα έγιναν μία την ημέρα καθώς πλέον είχα αρχίσει να ανακαλύπτω και μόνος μου ταινίες, και σιγά σιγά φτάσαμε στο 5 ταινίες την ημέρα. Δεν υπήρξε επομένως μία ταινία – ορόσημο, ήταν συνδυασμός εμπειριών από πολλές ταινίες.
4.Αν δεν υπήρχε το σινεμά στη ζωή σου, με τι άλλο θα μπορούσες να έχεις ασχοληθεί;
Με τίποτα και με τα πάντα. Θέλω να πω, κάτι θα έπρεπε να κάνω, για να βιοποριστώ, αλλά για μένα υπάρχουν το σινεμά και όλα τα άλλα.
5.Πώς ισορροπείς την καλλιτεχνική σου πλευρά με τις απαιτήσεις της καθημερινότητας;
Έχω την τύχη να βιοπορίζομαι από δύο δουλειές συναφείς με το αντικείμενο που αγαπώ, την κριτική κινηματογράφου και το Διεθνές Φεστιβάλ της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας. Επομένως, προς το παρόν τουλάχιστον, μπορώ να πω ότι η καλλιτεχνική μου πλευρά και οι απαιτήσεις της καθημερινότητας βρίσκονται σε έναν ευτυχή γάμο. Ευελπιστώ πως δε θα υπάρξει διαζύγιο.
6.Πώς γνωρίστηκες με τα παιδιά της Beyond the Bridge Productions και πώς ξεκίνησε η μεταξύ σας συνεργασία;
Ο στενός πυρήνας της Beyond the Bridge αυτήν τη στιγμή αποτελείται από τέσσερα άτομα: τον Χριστόφορο Δημητρόπουλο, το Γιάννη Μαθιουδάκη, τον
Μιχάλη Μπασιά κι εμένα. Με το Χριστόφορο και το Μιχάλη γνωριζόμαστε από τη θεατρική ομάδα του λυκείου. Το Γιάννη τον γνώρισε αρχικά ο Χριστόφορος, επειδή έτυχε να δουλεύουν μαζί. Όταν η πανδημία μας ανάγκασε να κάνουμε μια παύση (διαρκείας, όπως αποδείχτηκε) στην ενασχόλησή μας με το θέατρο, ο Χριστόφορος είχε την ιδέα για την Beyond the Bridge, αρχικά υπό τη μορφή ενός podcast γύρω από το θέατρο. Έτσι συγκεντρωθήκαμε, ταιριάξαμε και με το Γιάννη και συνεχίζουμε ως σήμερα, αν και αυτό που ο κόσμος έμαθε ως Beyond the Bridge διαφέρει αρκετά από το τι ήταν στο ξεκίνημά της.

7.Τι έχει αλλάξει στην ομάδα σας από τότε που ξεκινήσατε μέχρι σήμερα;
Πέρα από τους κατά καιρούς εξωτερικούς συνεργάτες που έχουμε, ανάλογα με τις απαιτήσεις κάθε project, οι οποίοι μπορεί να είναι φίλοι, γνωστοί, οι κοπέλες μας ή απλά άτομα που ανταποκρίθηκαν σε προτάσεις συνεργασίας, αυτό που κυρίως έχει αλλάξει είμαστε εμείς οι ίδιοι. Ξεκινήσαμε την Beyond
ως μια προέκταση της ενασχόλησής μας με το θέατρο σε ερασιτεχνικό επίπεδο και πλέον το βλέπουμε πιο επαγγελματικά. Με κίνδυνο να ακουστώ φαντασμένος, θεωρούμε ότι αξίζει η δουλειά μας να φτάσει σε ακόμα μεγαλύτερο κοινό, νιώθουμε ότι έχουμε πράγματα να δώσουμε καθώς ωριμάζουμε.
8.Πώς διαμορφώνετε τα θέματα στο Cine Vaggo? Υπάρχει μια στρατηγική ή λειτουργείτε πιο αυθόρμητα;
Στις συνεντεύξεις του «Cine Vaggo Special», συνήθως αφήνουμε στον καλεσμένο την επιλογή θεματικής και, αν εκείνος / εκείνη δεν έχει κάτι συγκεκριμένο να προτείνει, ρίχνουμε εμείς ιδέες ανάλογα με τα ενδιαφέροντα που γνωρίζουμε ότι έχει. Στα βίντεο όπου είμαι μόνος μου ή με κάποιο άλλο
από τα παιδιά της ομάδας, είμαστε πιο αυθόρμητοι, προσπαθούμε να αφουγκραζόμαστε την επικαιρότητα, αλλά συγχρόνως να επιλέγουμε θέματα που απολαμβάνουμε.
9.Τι είναι αυτό που σε γεμίζει περισσότερο μέσα από αυτή την εκπομπή;
Το γεγονός ότι μιλάω για αυτό που αγαπώ, το σινεμά, και υπάρχει κόσμος που θέλει να με ακούσει. Είναι πολύ τιμητικό να νιώθεις ότι ο λόγος σου μετράει για ανθρώπους που δεν ξέρεις και δεν σε ξέρουν παρά μόνο μέσα από τη δουλειά σου. Όταν βλέπω σχόλια του στιλ «αφού την προτείνεις εσύ θα τη δω», δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα.
10.Υπάρχει κάποιο επεισόδιο που θυμάσαι με ιδιαίτερη συγκίνηση ή δυσκολία;
Αρχικά, έχω υπέροχες αναμνήσεις από τα πρώτα μας βίντεο, όταν ήμουν μόνος μου μπροστά στην κάμερα χωρίς καλεσμένους. Ήμαστε λιγότερο
γνωστοί τότε, αλλά και πιο αυθόρμητοι, κάναμε αστεία intros για κάθε επεισόδιο και περνούσαμε θαυμάσια. Από τα επεισόδια με καλεσμένους, είναι
αρκετά που θυμάμαι με συγκίνηση. Θα ξεχωρίσω μερικά: τα δύο που έχουμε κάνει με τον Γιάννη Βασιλείου, κριτικό που θαύμαζα πριν τον γνωρίσω προσωπικά και που ήταν από τους πρώτους καλεσμένους που ήθελα να φέρουμε, το επεισόδιο με τον Ρένο Χαραλαμπίδη, ο οποίος είναι ένας από τους αγαπημένους μου Έλληνες σκηνοθέτες, την υπέροχη συζήτηση για τους αδελφούς Κοέν που κάναμε με τον Γιάννη Σμοϊλη, ακόμα έναν εξαιρετικό κριτικό κινηματογράφου, και το επεισόδιο με τον Mikeius. Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να πω ότι αληθινός υπέρμαχος της δημοκρατίας δεν είναι αυτός που θέλει να εξαλείψει την αντίθετη άποψη και να παρουσιάσει τους φορείς της ως ανθρωπόμορφα τέρατα, αλλά εκείνος που είναι σε θέση να καθίσει απέναντι σε έναν άνθρωπο με τον οποίο ενδεχομένως τον χωρίζουν πολλά, αλλά και πάλι μπορεί να βρει σημεία επικοινωνίας ώστε να αντιπαρατεθούν με επιχειρήματα. Με δυσκολία δεν μπορώ να πω ότι θυμάμαι κάποιο επεισόδιο. Έχουν υπάρξει καλεσμένοι με τους οποίους η κουβέντα δεν ήταν ακριβώς συναρπαστική, έχουν γίνει δύσκολα και πολύωρα γυρίσματα, δε νομίζω όμως ότι έχω μετανιώσει για κάτι.

11.Ποια είναι, κατά τη γνώμη σου, η μεγαλύτερη παρεξήγηση γύρω από την έννοια της κριτικής;
Για τη μεγαλύτερη παρεξήγηση είναι υπεύθυνοι οι ίδιοι οι κριτικοί. Κάθε ταινία δεν πρέπει να κρίνεται με βάση τι προσδοκούμε εμείς, οι κριτικοί, από εκείνη, αλλά ανάλογα με τον στόχο της. Αλλιώς θα κρίνουμε το «The Leopard» του Βισκόντι κι αλλιώς το «Casino Royale» με τον Τζέιμς Μποντ. Κανένα είδος δεν είναι εξ ορισμού ανώτερο ή υποδεέστερο, απλώς κάθε έργο έχει διαφορετική στόχευση. Πετυχαίνει ή αποτυγχάνει στον στόχο του ένα έργο; Αυτό είναι που καθορίζει αν είναι καλή ταινία ή όχι.
12.Πώς θα έπρεπε να διαμορφώνεται η κινηματογραφική παιδεία στη χώρα μας;
Αρχικά, δεδομένου του ότι το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα είναι ο ορισμός της προχειρότητας, ελπίζω να μην εισαχθεί ποτέ ως μάθημα στα
σχολεία ο κινηματογράφος. Τότε καταστραφήκαμε, κανένας νέος στην Ελλάδα δε θα θέλει να πάει σινεμά, όπως κανένας δε διαβάζει βιβλία τη στιγμή που
μιλάμε. Η κινηματογραφική παιδεία είναι δουλειά φορέων όπως τα φεστιβάλ, οι ταινιοθήκες και οι διοργανωτές προβολών, οι οποίοι οφείλουν να διαφυλάσσουν την κινηματογραφική ιστορία μέσα από προβολές όχι μόνο των πιο γνωστών και καταξιωμένων ταινιών, αλλά και λιγότερο γνωστών τίτλων
που αξίζει να ανακαλυφθούν από το κοινό. Οι πλατφόρμες διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο σε αυτό. Τέλος, θεωρώ πως η πειρατεία πρέπει να γίνει νόμιμη. Όποιος μαθαίνει σινεμά, με οποιονδήποτε τρόπο, θα γίνει και θαμώνας των αιθουσών.
13.Έχει τύχει να αλλάξεις γνώμη για μια ταινία με την πάροδο του χρόνου; Αν ναι, ποια και γιατί;
Μου έχει συμβεί πάρα πολλές φορές, είτε προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο. Από τα πιο πρόσφατα παραδείγματα είναι το «Perfect Days» του
Βιμ Βέντερς, το οποίο την πρώτη φορά που το είδα δε μου άρεσε τόσο, αλλά τη δεύτερη αναθεώρησα ριζικά.
14.Τι λείπει σήμερα από τον ελληνικό κινηματογράφο για να ανθίσει πιο σταθερά;
Οι περισσότεροι θα απαντούσαν «λεφτά». Φτηνές δικαιολογίες. Κι από τη μεταπολεμική Ιταλία έλειπαν τα λεφτά, και μας έδωσαν σκηνοθέτες όπως ο Βισκόντι, ο Ροσελίνι και ο Ντε Σίκα, και ταινίες όπως ο «Κλέφτης Ποδηλάτων», το «Paisan» και το «La Terra Trema». Για μένα λείπει το «γνώθι σαυτόν» από τους ίδιους τους Έλληνες δημιουργούς, οι οποίοι μου δίνουν την εντύπωση ότι δεν ξέρουν τα όριά τους, καθώς και μια εύρωστη παραγωγή ταινιών είδους για το ευρύ κοινό. Δε γίνεται να έχουμε μόνο arthouse σινεμά από τη μια και τηλεοπτικής αισθητικής κωμωδίες από την άλλη. Και βέβαια μια «Φόνισσα» το χρόνο δεν αρκεί. Χρειαζόμαστε τουλάχιστον 5-6 ταινίες σαν τη «Φόνισσα» το χρόνο, που θα είναι καλές ταινίες και ταυτόχρονα θα κόβουν εισιτήρια.
15.Ποιοι νέοι Έλληνες δημιουργοί σε εμπνέουν;
Από πρόσφατες ταινίες νέων δημιουργών, μου άρεσαν η «Φόνισσα» της Εύας Νάθενα και το «Arcadia» του Γιώργου Ζώη. Θεωρώ ότι είπαν διαχρονικές και πανανθρώπινες ιστορίες με ωραίο κινηματογραφικά τρόπο. Δεν βρίσκω όμως εύκολα ανάλογες ταινίες που να μου αρέσουν στο σύγχρονο ελληνικό σινεμά.
16.Τι σε ενθουσιάζει και τι σε προβληματίζει στο σύγχρονο παγκόσμιο σινεμά;
Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος κινηματογράφος. Όπως κι άλλες τεχνολογικές εξελίξεις στο
παρελθόν, πρέπει να βρεθεί τρόπος να αξιοποιηθεί ως εργαλείο που θα βοηθήσει τους δημιουργούς, χωρίς να τους αντικαταστήσει. Προς το παρόν, η
χρήση της ούτε με ενθουσιάζει ούτε με προβληματίζει.
17.Τι πιστεύεις ότι έχει χαθεί – αν έχει – από τη μαγεία του σινεμά σήμερα;
Δεν έχει χαθεί κάτι. Εξακολουθώ να απολαμβάνω κάθε επίσκεψη στον κινηματογράφο. Νομίζω ότι η καταστροφολογία τύπου «δε γυρίζονται πια
καλές ταινίες» προέρχεται από ανθρώπους που δεν έχουν χρόνο να ακολουθήσουν τις εξελίξεις και βρίσκουν αυτό ως άμυνα. Ο κινηματογράφος
δεν καταστρέφεται, απλώς αλλάζει κι εξελίσσεται.
18.Πιστεύεις ότι η νοσταλγία (π.χ. για βινύλια, DVD, θερινά σινεμά) είναι αντίδραση ή αναγκαιότητα;
Είναι φυσιολογική αντίδραση κόντρα στο πέρασμα του χρόνου. Είναι λογικό, μεγαλώνοντας, ο άνθρωπος να «δένεται» με πράγματα και συνήθειες της
νεότητάς του. Δε βρίσκω τίποτα το μεμπτό σε αυτό.
19.Ποια είναι τα βασικά στάδια που ακολουθείς στη δημιουργία μιας ταινίας μικρού μήκους;
Η μικρού μήκους που έχω κάνει γυρίστηκε με δική μας χρηματοδότηση, δεν αναζητήσαμε πόρους από χρηματοδότες όπως η ΕΡΤ ή το Κέντρο Κινηματογράφου, όπως γίνεται συνήθως. Επομένως ήμαστε πολύ πιο ελεύθεροι και ανεξάρτητοι. Προσοχή, όμως: αυτό είναι καλό για τα πρώτα σου
βήματα, ώστε να μάθεις πράγματα και να πειραματιστείς χωρίς άγχος, όμως όταν αρχίσεις να ασχολείσαι επαγγελματικά με την σκηνοθεσία ο παραγωγός
είναι απαραίτητο στοιχείο. Αρκεί να ξέρει κι ο ίδιος από σινεμά. Επομένως, μετά τη συγγραφή του σεναρίου, τα βήματα που ακολουθήσαμε ήταν η εύρεση του χώρου για το γύρισμα, η ανάθεση καθηκόντων σε ηθοποιούς και συνεργείο, το καθαυτό γύρισμα και, βέβαια, το μοντάζ. Η ξεκάθαρη διάκριση ρόλων εξαρχής είναι απαραίτητη σε κάθε συνεργατική δουλειά. Ο σκηνοθέτης είναι σκηνοθέτης, ο ηθοποιός είναι ηθοποιός και ούτω καθεξής. Δεν πρέπει να μπλέκει ο ένας στη δουλειά του άλλου.
20.Τι σε ελκύει περισσότερο: η συγγραφή, η σκηνοθεσία ή η ερμηνεία;
Η σκηνοθεσία. Η συγγραφή δε μου αρέσει. Ιδανικά, θα ήθελα να σκηνοθετώ σενάρια άλλων. Γράφω σενάρια επειδή δεν είμαι ο Σκορσέζε, ώστε να
έρχονται στο γραφείο μου προτεινόμενα σενάρια. Η ερμηνεία είναι κάτι που μου αρέσει αλλά δε με καλύπτει πλήρως. Θα το έκανα μόνο περιστασιακά.
Θέλω να έχω τον έλεγχο του δημιουργήματος κι αυτό το κάνει μόνο ο σκηνοθέτης.
21.Πες μας λίγα λόγια για τον «Δραπέτη» και την εμπειρία σου σε αυτό το project.
Η ιδέα για τον «Δραπέτη» γεννήθηκε όταν έβλεπα για πολλοστή φορά το «The Killers» (1946) του Ρόμπερτ Σιόντμακ, όπου στην πρώτη σκηνή δύο δολοφόνοι επισκέπτονται ένα μπαρ αναζητώντας το θύμα τους, που βρισκόταν εκεί, όπως μαθαίνουμε, λίγο πριν. Σκέφτηκα τι θα μπορούσε να είχε
συμβεί σε αυτό το μπαρ όσο ήταν εκεί το υποψήφιο θύμα, που είναι και ο κεντρικός χαρακτήρας στην εξέλιξη του «The Killers». Οπότε, ο «Δραπέτης»
είναι ένα άτυπο πρίκουελ της ταινίας του Σιόντμακ – κάτι που μου αρέσει να κάνω γενικά, σκέφτομαι σχεδόν κάθε σενάριο που γράφω ως υποθετικό
πρίκουελ ή σίκουελ μιας αγαπημένης μου ταινίας. Η εμπειρία της δημιουργίας της ταινίας ήταν απολαυστική και ανυπομονώ για την επόμενη ταινία, αν και δε θέλω ιδανικά να κάνω άλλη μικρού μήκους. Θέλω να προχωρήσω κατευθείαν στο μεγάλο μήκος.
22.Ποια ταινία βλέπεις ξανά και ξανά χωρίς να βαριέσαι ποτέ;
Πολλές. Οι ταινίες που έχω δει περισσότερες φορές στη ζωή μου και ακόμα τις λατρεύω είναι ο «Πολίτης Κέιν» του Όρσον Γουέλς, οι κωμωδίες του Τσάπλιν και των αδελφών Μαρξ, οι ταινίες του Χίτσκοκ, το «Cross of Iron» του Σαμ Πέκινπα και το «Reservoir Dogs» του Κουέντιν Ταραντίνο.
23.Αν έπρεπε να διαλέξεις μία μόνο δεκαετία του κινηματογράφου για να βλέπεις ταινίες, ποια θα ήταν και γιατί;
Θεωρώ ότι κάθε δεκαετία του κινηματογράφου έχει σπουδαίες ταινίες. Οι αγαπημένες μου δεκαετίες είναι του ’50, του ’70 και του ’90. Αντικειμενικά τις
περισσότερες αριστουργηματικές ταινίες τις έχει η δεκαετία του 1970, όμως νομίζω ότι σε καθαρά προσωπικό επίπεδο προτιμώ τη δεκαετία του 1950,
είναι το κινηματογραφικό comfort zone μου. Πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου σε 10 χρόνια στον χώρο του σινεμά; Ιδανικά σε 10 χρόνια από τώρα θα ήθελα να ολοκληρώνω τουλάχιστον την 4 η μεγάλου μήκους ταινία μου. Και είμαι μετριοπαθής, θα ήθελα να κάνω δύο ταινίες το χρόνο, αλλά δύσκολα το καταφέρνει κανείς αυτό πια, είσαι υποχρεωμένος να μιλάς υπερβολικά πολύ για κάθε ταινία που κάνεις. Στη χειρότερη περίπτωση, θέλω να έχω κάνει μία ταινία μεγάλου μήκους αλλά πολύ καλή.
24.Ποια είναι η μεγαλύτερή σου φιλοδοξία ή το «άπιαστο» όνειρο στον χώρο της δημιουργίας;
Νομίζω ότι είμαι νέος για να έχω «άπιαστα» όνειρα. Όσον αφορά στη μεγαλύτερή μου φιλοδοξία, ένα σχέδιο που θα ήθελα να υλοποιήσω κάποια στιγμή είναι αυτό μιας επικής ταινίας επιστημονικής φαντασίας εμπνευσμένης από ένα πολύ συγκεκριμένο φιλοσοφικό κείμενο – δε θέλω να πω περισσότερα ακόμα. Αν πετύχαινε αυτό, θα ήθελα να φτιάξω ολόκληρο franchise. Δεν έχω τολμήσει, βέβαια, να γράψω ούτε λέξη ακόμα, είναι πολύ φιλόδοξο και δεν είμαι ώριμος ακόμα για κάτι τέτοιο. Δε νομίζω να το πιάσω για τα επόμενα 15 χρόνια ακόμα τουλάχιστον.
25.Αν μπορούσες να περάσεις ένα βράδυ με έναν κινηματογραφικόν δημιουργό (εν ζωή ή όχι), ποιον θα διάλεγες και τι θα τον ρωτούσες;
Πολύ δύσκολη ερώτηση, πώς να διαλέξω μόνο έναν; Θα πω δύο, έναν εν ζωή κι έναν όχι. Από δημιουργούς που δε βρίσκονται πια εν ζωή, προβλέψιμα θα
πω τον Άλφρεντ Χίτσκοκ. Τον θεωρώ τον κορυφαίο των κορυφαίων. Θα τον ρωτούσα περισσότερα κι απ’ όσα τον ρώτησε ο Τριφό στη γνωστή συνέντευξη
που του είχε πάρει. Από εν ζωή δημιουργούς, είμαι ανάμεσα στον Κλιντ Ίστγουντ και τον Μάρτιν Σκορσέζε, νομίζω όμως ότι θα διαλέξω τον Ίστγουντ,
επειδή είναι μεγαλύτερος σε ηλικία. Θα ήθελα να του πάρω μια συνέντευξη όπως αυτή του Χίτσκοκ στον Τριφό, εφ’ όλης της ύλης.
Βαγγέλη, σε ευχαριστώ πραγματικά για αυτή την κουβέντα. Είναι πάντα ωραίο να μιλάς με ανθρώπους που αγαπούν αληθινά αυτό που κάνουν, που δεν φοβούνται να εκτεθούν, να πουν τα πράγματα όπως τα νιώθουν και να υπερασπιστούν το σινεμά με πάθος αλλά και χιούμορ. Καλή συνέχεια σε όλα – στο Cine Vaggo, στο Beyond the Bridge και σε ό,τι καινούριο σχεδιάζεις.